viernes, 17 de diciembre de 2010

Concierto vs Dj Set

Είναι αλήθεια ότι σχεδόν ποτέ δε με έχει τραβήξει κάποιο ντόπιο μουσικό σχήμα όπως είναι αλήθεια ότι πολλοί φίλοι και γνωστοί συμμετέχουν σε σχήματα και γκρουπάκια για να ξεδώσουν τα σαββατοκύριακα ή για να περάσουν δημιουργικά κάποιες ώρες. Ποτέ δεν είχα δώσει ιδιαίτερη βάση στο τί παίζουν αλλά ούτε και τώρα, μετά από την αναγνώριση και την επιτυχία (εντός αλλά και έκτος συνορών) θα πω ότι με εξέπληξαν. Μου θυμίζουν κάπως εκείνα τα χρόνια του ‘90 που όλοι γρατζουνούσαμε τις κιθάρες στο ίδιο μονότονο στυλ, όλοι γνωρίζαμε προσωπικά έναν τοπικό τραγουδιστή ροκ συγκροτήματος και όλοι έπρεπε να ξέρουμε τουλάχιστον από ένα τραγούδι της κάθε σαχλαμάρας που έβγαζε δίσκο.


Κάπως έτσι βρέθηκε στη συναυλία μιας φίλης, ήδη με αρκετά tour σε όλη την ισπανία μέχρι την αγγλία και το χιούστον. Σε έναν επαγγελματικό χώρο αξιώσεων που δημιουργούσε πολλές προσδοκίες. Μέσα από γλυκανάλατες κραυγές και κιθαριστικά ξεσπάσματα, το πλήθος είχε αρχίσει να ζεσταίνεται. Η μουσική δεν έλεγε να αλλάξει, νόμιζα ότι έπαιζε το ίδιο τραγούδι με παύσεις, ένιωθα ακόμη κρύο, δεν έπιανα ούτε μία λέξη (αγγλικά ήταν; μάλλον ισπανικά...) μέσα σε τόση φασαρία.


Με το τέλος το πλήθος περίμενε την αλλαγή, γιατί οι δικοί μας έπαιζαν ως teloneros (μια πολύ πετυχημένη μετάφραση κατά τη γνώμη μου για το support group, από το telón που σημαίνει το παραπέτασμα της σκηνής του θεάτρου) για να εμφανιστεί το κυρίως συγκρότημα. Μία καλή φωνή από ένα κορίτσι ακίνητο (εντελώς όμως ακίνητο, σαν να ήταν μίμος στον εμπορικό πεζόδρομο) μπροστά από ένα μικρόφωνο ήταν η μόνη αξιοσημείωτη σκηνική παρουσία. Τα υπόλοιπα μέλη του γκρουπ έμοιαζαν καταληψίες σε λύκειο, με πολύ πάθος και καθόλου ουσία, ωστόσο με τεράστια απήχηση, το κοινό που είχε διπλασιαστεί. Pop σκιτσάκια και ασπρόμαυρες διαφημίσεις έπαιζαν στη γιγαντοοθόνη πίσω από τη σκηνή, απορροφήθηκα, η μουσική δε με είχε συγκινήσει στο ελάχιστο.

Yuksek - Extraball from Yuksek on Vimeo.

Θα περίμενα μέχρι το dj set, λόγος που με έπεισε είναι η αλήθεια να παρεβρεθώ σε αυτό το event. Μέχρι όμως να στήσει το σαμπλερ και το macbook του, η αίθουσα είχε σχεδόν αδειάσει, νόμισα ότι σε λίγο θα μου ζητήσουν να σκουπίσω κιόλας. Επέμεινα, και οι Yuksek με δικαίωσαν. Και τους υπόλοιπους πενήντα. Πίστευα ότι είναι σαν να τους βλέπω να παίζουν στα πρώτα βήματά τους, στο χωριό τους ή όπου. Η Madrid δεν τους πήγαινε…και μάλλον ήταν αμοιβαίο. Extraball; Μπορεί κιόλας...

miércoles, 15 de diciembre de 2010

San Silvestre


Είναι κρίμα μέσα σε λίγες μόλις ώρες να έχουν κλείσει οι εγγραφές για το πιο πιο τελευταίο αθλητικό γεγονός της χρονιάς. Δεν είναι και αγώνας μεταξύ Madrid και Atleti, αλλά σίγουρα υπήρχε μεγάλη αναμονή και πολύ γρήγορη -όπως φάνηκε- κινητοποίηση για δήλωση συμμετοχής.

Τριαντα τέσσερις χιλιάδες εξαντλημένες μέσα σε χρόνο ρεκόρ. Και πραγματικά με γεμίζει ευφορία, απλά γιατί μπορούμε να παραβρεθούμε όλοι απλά μερικοί χωρίς τσιπάκι. Στις 6 το απόγευμα και ανά 10 λεπτά εκκινήσεις, όλες οι ηλικίες, συνήθως με κρύο, ψιλή ψιχάλα ή βροχή και σκοτάδι γύρω σου με διάφορα λαμπιόνια, από σορτσάκια μέχρι μπουφάν και κασκόλ, από τελευταίας τεχνολογίας γάντια nike μέχρι αυτοσχέδια αδιάβροχα από πλαστική σακούλα απορριμάτων. Μία διαδρομή από τις νότιες φτωχογειτονιές μέχρι το κεντρικό πάρκο της πόλης, εντελώς εργατική στα πρώτα χιλιόμετρα για να μετατραπεί σε μεσοαστική στα επόμενα και στο δέκατο να καταλήξει μέσα σε ακακίες και γρασίδια, δίπλα από πρεσβείες και εμβληματικά κτίρια. Θα σταθείς όσο για να πάρεις μια ανάσα και θα φύγεις βιαστικά. Γιατί σίγουρα θα βιάζεσαι. Στο τέλος του αγώνα δεν απομένουν παρά λίγες ώρες για τη αλλαγή του χρόνου.

Μία ιδιαίτερη γιορτή, μία λαοθάλασσα που τρέχει μοιράζεται τις τελευταίες στιγμές ενός έτους. Εν μέσω ταλαντεύσεων με ακόμη ένα σκάνδαλο ντόπινγκ. Μέχρι την επόμενη χρονιά...

 ΥΓ. Μάλλον θα ακολουθήσει και δεύτερο ποστ με τη φετινή εμπειρία, αρκεί να βρεθεί και η κατάλληλη στολή. Κάτι ακούστηκε για robin hood: για να μην την πληρώνουν πάντα οι ίδιοι.

viernes, 10 de diciembre de 2010

...de toda la vida


‘Ηταν μια εβδομάδα με αρκετές αργίες, τόσες όσες χρειάζονται για να πεις ότι έχεις σκάσει από φαγητό και ποτό αυτές τις ημέρες που απέμεινες στην πρωτεύουσα. Και δεν έλειπε τίποτα από το συγκεκριμένο σχέδιο: πρωινό της καταλονίας ή brunch αναλόγως προσαρμοσμένο, γεύμα με σούπα για πρώτο και ψητό για δεύτερο, ρυζόγαλο με καφέ ταυτόχρονα, μεζεδοκαταστάσεις ή ψάρι στα κάρβουνα, aperitivos πριν και digestivos μετά, μπίρες, μηλίτες, τσίπουρα και άλλα οινοπνευματώδη, βαριά και μη...

Έχει μπει και ο χειμώνας για τα καλά, μετά τις βροχές που πλημμυρίζουν τα στενά, οι θυρωροί διεκδικούν την ύπαρξή τους καθαρίζοντας τα μισοσαπισμένα φύλλα μπροστά από τις πολυκατοικίες, κόσμος περπατά σχεδόν στις μύτες (μην λερωθεί; μην πέσει; μην ενοχλήσει τους επί τω έργω;), δαιμονισμένα αυτοκίνητα ακινητοποιημένα στις διασταυρώσεις, έρημα πάρκα και πλατείες όταν σκοτεινιάζει η μέρα, μόνο κάποιες τζαμαρίες κρύβουν βλέμματα, όπως εκείνα τα ψάρια πίσω από τη γυάλα.

Εκεί μέσα θα πιούμε κι εμείς ένα ζεστό τσάι, με τις ψιχάλες να δυναμώνουν και να θολώνουν το τζάμι που μας άφηνε να αντικρύζουμε τον καθεδρικό και το πάρκο στο πλάι του, ύστερα θα συμπληρώσουμε το κέικ καρότου με μία ξεροψημμένη φέτα χωριάτικο ψωμί με έντονης γεύσης κρεμώδες κατσικίσιο τυρί και καραμελωμένες ροδέλες κρεμμυδιού ή μαρμελάδα βατόμουρο, η βροχή δε λέει να σταματήσει, ας καθήσουμε λίγο ακόμη για ένα χυμό σταφυλιού ή ένα λεμονάτο βερμούτ ώστε να μας ανοίξει για τα καλά η όρεξη με και να μας προσγειωθούν στο τραπέζι οι γεμιστές με κιμά και πιπέρια πατάτες και το εκλεκτικό lacón με μπόλικη πάπρικα και θαλασσινό αλάτι, συνοδευόμενα από μηλίτη της Asturias.

Σύγχρονες αλλά κλασικές συνήθειες ντυμένες με gastronomía fusionada: από το πρωινό στο aperitivo και στο καπάκι στο γεύμα με παραδοσιακές αλλά ανανεωμένες γεύσεις. Γιατί τον ισπανό δύσκολα τον ξεκολλάς από τις συνήθειές του, πρέπει να βρεις τον τρόπο να του πλασάρεις το καινούριο χωρίς να τον αλλάξεις, κάτι που -μεταξύ μας- το βρίσκω αρκετά ευφάνταστο. Και λέω μεταξύ μας γιατί ποτέ δε θα παραδεχθούν αυτή την προσκόλληση, γι’ αυτούς είναι μία ανεπίτρεπτη καινοτομία η ρόκα στη σαλάτα: είτε σκέτη είτε καθόλου...

martes, 7 de diciembre de 2010

Nocturno


Έχει καιρό που μου είχε ζητηθεί ένα post σχετκά με τη νυχτερινή ζωή της πόλης. Είναι αλήθεια ότι τελευταία παρατηρείται μία μεταμόρφωση, κυριώς μάλλον λογώ της avant-garde σκηνής που εν τέλει επιφέρει αρκετού νεωτερισμούς, άλλοτε ενδιαφέροντες και άλλοτε αναμασημένους. Μάλλον όμως θα επικεντρωθώ σε μία κλασική αξία, σήμα κατατεθέν της Καστίλλης, μάλλον σπάνιο ή ίσως μηδενικού ενδιαφέροντος για τους περισσότερους από εμάς που έχουμε συνδυάσει την Ισπανία με την Βαρκελώνη.

Αποτελεί σημείο αναφοράς σε ό,τι και να έχει οργανωθεί για ένα πσκ και δεν πρόκειται για τίποτε άλλο από το bar Manolo. Δεν είναι κάποιο συγκεκριμένο, αλλά αναφέρεται ως γενικός όρος σε εκείνο το άνω της 25ετίας μπαρ (θα μπορούσε να είναι το bar Pepe ή bar Miguel κτλ), είτε vintage εξ των πραγμάτων είτε κακόγουστο, που διαθέτει κάθε οικοδομικό τετράγωνο που σέβεται τον εαυτό του (χωρίς αυτό, από barrio μετατρέπεται υποτιμητικά σε zona residencial). Αν έχει την τύχη να διαθέτει πλατύ πεζοδρόμιο και τραπεζάκια έξω, ίσως γεμίσει απο νωρίς, το βράδυ όμως ποτέ δεν θα μείνει άδειο.

Αλουμινένια κουφώματα στη τζαμαρία, φωτεινή επιγραφή με την βαρελίσια μπίρα, προθήκη με τα κρύα πιάτα (τουρσιά, ρώσικη, χταποδάκι, αλλαντικά και οπωσδήποτε tortilla) και κατάλογος με τα ζεστά (αβγοπατάτες, κροκέτες, φιλέτο σάντουιτς, patatas bravas και alioli, χοιρινά αυτιά και μάγουλα και άλλα ανατριχιαστικά), μηχανή για τσιγάρα και ένα δυό φρουτάκια (σχεδόν πάντα κατειλημμένο και μάλιστα με εκείνη την ενοχλητική pop μουσική), τραπεζάκια λάκας και κιτς καρέκλα (εκείνη η μαύρη με στρογγυλεμένη σιδερένια πλάτη και πλαστικό εκρού διχτυωτό κάθισμα), τσαλακωμένες πλαστικοποιημένες χαρτοπετσέτες, κουκούτσια από ελιές και οδοντογλυφίδες στο πλαστικό δάπεδο, βαρέλι με vermú, και το μόνο αντικείμενο της νέας χιλιετίας είναι η tft οθόνη για όλους τους αγώνες (και αν την ώρα που θα βρεθείς εκεί έχει μόνο πρωτάθλημα Κορέας, θα παίζει το big brother ή κανένα μεσημεριανό, που ευτυχώς παίζονται όλες τις ώρες).

Ανοίγει από νωρίς το πρωί και κλείνει μόλις το αλκοόλ απαιτεί μουσική και νεύρο. Ανάλογα με την ώρα πάει και η πελατεία. Η καλύτερη μου βέβαια είναι εκείνη η πρώτη πρωινή ένα σάββατο. Ελλείψει γρήγορου φαγητού κατά τη διάρκεια της νύχτας και μόλις έχουν κλείσει τα χοντρά διασκεδάδικα, συνθέτει ένα αρκετά σουρεαλιστικό σκηνικό, που ωστόσο όλοι δείχνουν να απολαμβάνουν σαν σε έργο τέχνης. 





martes, 2 de noviembre de 2010

Dominguero


Και ξαφνικά μαζεύτηκαν σύννεφα, σφύριζε ο αέρας από τα παράθυρα, ήρθαν οι βροχές και το κρύο του βουνού, γέμισαν οι δρόμοι φύλλα και αποφασίστηκε ένεκα των περιστάσεων ότι ήρθε το φθινόπωρο. Εξάλλου, ήταν πια καιρός, Νοέμβρης ήδη. Και κάπως έτσι ξεκινάς να το γευτείς κάπου πιο έξω από την πόλη.

‘Οχι, δεν ήταν και η καλύτερη ιδέα, ειδικά όταν ξεκινάς με το πουλοβεράκι σου γιατί βαρέθηκες να βγάλεις τα χειμωνιάτικα από το μπαουλάκι. Και έχεις ξεχάσει το αδιάβροχο, περονιάζουν αυτές οι χοντρές στάλες τα γυμνά σου σημεία. Αποζημιώνεσαι όμως με κατσικίσια παϊδάκια στα κάρβουνα και ριγανάτο χωριάτικο τυρί, σε ένα καφενείο που δεν είχαν καταφέρει να φτάσουν οι ορδές των domingueros. Είχε και σπιτικό κρασάκι, κόκκινο και άσπρο, χωρίς μεγάλη επιτυχία είναι η αλήθεια.

Και μάταια θα αναζητήσεις τις κρυφές γωνιές των μανιταριών και του κάθε μύκητα της εποχής, παρόλη τη βροχή του προηγούμενων ημερών. Απέχουμε πολύ από τους ειδικούς στην εξεύρεση βρώσιμων θησαυρών, απλά περιοριζόμαστε στη δασική βόλτα παρέα με αγριάλογα και αραιά και πού καποιο σκύλο, αστικοί όλοι τους.

‘Οσο κυκλώνουμε το βουνό και πλησιάζουμε ξανά την πρωτεύουσα, το δάσος παίρνει μία όψη πιο κομψή και πιο μακιγιαρισμένη. Η meseta φαίνεται πιο καθαρά από ποτέ και στα πόδια μας υψώνεται το επιβλητικό μοναστηριακό παλάτι εκείνων των δυνητικών σολομόντων, κείμενοι όλοι τους εκεί μέσα. Και από εκεί ψηλά φαίνονται τα πλήθη των τουριστών και των domingueros, σε σειρά, σαν τα μυρμήγκια που πηγαινοέρχονται από την τροφή στην φωλιά και τούμπαλιν. Φαίνεται σαν να μην έχεις φύγει από την πόλη, το κυριακάτικο χωριό είναι πιο ζωντανό και από τα malls, βλέπεις να παρελαύνει μπροστά σου όλη εκείνη η πανίδα που ήθελες να αποφύγεις, από φωσφορούχα πράσινα φλισάκια και κραμπόν μέχρι βιζόν και δεκάποντη γόβα, το Escorial υποδέχεται τα πάντα. Και καλοτυχίζεις την επιλογή σου να επισκεφτείς το ψηλότερο χωριό της Comunidad de Madrid, κοντά στα 1500, όσο χρειάζεται για να τρέχει μίξες οι μύτη σου, που για τους domingueros φαντάζει μάλλον υπερατλαντικό ταξίδι και αλπικές εξορμήσεις...

Και για την καλύτερη κατανόηση, να πω εδώ ότι οι domingueros είναι οι κυριακάτικοι εκδρομείς (από το domingo που σημαίνει Κυριακή): συνηθίζουν να παίρνουν το αυτοκίνητο και να κινούνται σε μέρη, απόστασης της μίας ώρας περίπου, που έχουν ακούσει από φίλους -επίσης domingueros- ή έχουν καφέ (βλέπε τουριστικού ενδιαφέροντος) πινακίδες στον αυτοκινητόδρομο, τόσο γραφικά χωριά όσο τοπία στη φύση. Δεν είναι και λίγα αυτά τα μέρη και γι’ αυτό τις Κυριακές είναι πάντα γεμάτα. Βγαίνοντας από αυτά τα στενά μονοπάτια, η φύση της Madrid ξεδιπλώνεται μάγικα και πέρα από οδηγούς. Παρολ’ αυτά, σε μία πόλη των 6 εκατομμυριών, είναι αρκετοί και οι αγνοί περιπατητές ή οι συστηματικοί ορειβάτες. Απομόνωση και Κυριακή απαιτεί μάλλον πολλή διάθεση και αυτοσχεδιασμό.

lunes, 18 de octubre de 2010

Bedford Av.

Υποσχέθηκα σιδεροτριχιές και ζωντανές μουσικές, και το σκηνικό δεν θα το αλλάξω αισθητά. Γιατί αυτό το ταξίδι τα είχε σχεδόν όλα, ίσως μόνο να έλειπαν τα φαντασμαγορικά νέον αλλά μάλλον και αυτό ήταν το ζητούμενο.


Διασχίζοντας τον ποταμό που έστεκε στο πλάι σου από την γέφυρα του Williamsburg, καπού λίγο μετά την Alphabet City, έφτανες σε εκείνη την διφορούμενη γειτονιά στα όρια του χασιδισμού (ξέρετε, εκείνοι οι ξυρισμένοι γουλί με τα μπουκλάκια εκατέρωθεν και τις μαύρες μακριές καπαρτίνες που νόμιζες ότι μπήκες καταλάθως στο σενάριο κάποιας γκανγκστερικής ταινίας του ‘20) και της κουλτούρας hipster (εδώ νομίζω δεν χρειάζεται επεξήγηση). Έχεις πατήσει ήδη το πόδι σου στο περιβόητο Brooklyn, πάντα στη σκιά του απέναντι νησιού, αλλά εξίσου -αν όχι περισσότερο- γοητευτικό. 

Και εκεί είναι που θα δοκιμάσεις τα καλύτερα χάμπουργκερ της πόλης, θα αφεθείς στην ρέμπελη βόλτα με το macbook, θα κάνεις brunch με honey&butter muffin και well-done μπριζολάκια γεύσης bbq, θα επιστρέψεις στα 80 μέσα στα δοκιμαστήρια των second-hand ρουχάδικων για να βγεις πιο vintage από ποτέ, θα δοκιμάσεις κινέζικη «σουσαμόμπαλα», θα ξαναγίνεις παιδί με τις μουσικές της Kimya Dawson, θα κοιμηθείς κάτω από δεκάδες σωλήνες και σωληνώσεις στο ανακαινισμένο loft, θα τιμήσεις τον Lennon με ένα δολάριο στο βρακί της ερασιτέχνιδας χορεύτριας (και εν δυνάμει συγκατοίκου σου) σε μία burlesque παράσταση, θα σε φωνάξουν οι χασήδες το Σάββατο να ανάψεις τον φούρνο τους για να ζεστάνουν το φαγητό (Σάββατο δη, ουδεμία εργασία επιτρέπεται...), θα χωθείς σε ένα βουλκανιζατέρ να χορέψεις μέχρι την ανατολή του ήλιου, θα κάνεις πετάλι μέχρι το τρενάκι-φάντασμα στο Coney Island, θα μυρίσεις σκόνη στις γειτονιές, θα τραγουδήσεις όλο το West Side Story συνοδεύοντας στο πιάνο τον χοντρό ξανθό που προφάνως αργότερα ντύνεται γυναίκα και αν δε ρίξεις ένα δολάριο στο πρώτο ψηφιακό jukebox που είδα στη ζωή μου, θα ακούς τα τρένα να περνούνε κάθε δέκα λεπτά...



jueves, 7 de octubre de 2010

Sierra de Francia

‘Ηταν εβδομάδες που περνούσε από το μυαλό μου η διαφυγή σε κάτι λίγο μακρύτερα από τα συνηθισμένα και σε χαμηλότερα υψόμετρα, κυρίως χωρίς μεγάλες κλίσεις και χωρίς πολλά μποφόρ, καθώς το κρύο δε λέει να υποχωρήσει και μάταια περιμένουμε το καλοκαιράκι του San Miguel, κλασικό πλέον στις αρχές Οκτώβρη που όμως φέτος μάς εξαπάτησε. ‘Ετσι έφτασα, διασχίζοντας καστιλιάνικες καστροπολιτείες και χωριά που μυρίζουν σκληρό κεφαλοτύρι και jamón bellota, μέσα σε ένα -καταπράσινο ακόμη- δάσος από βελανιδιές, αριές, κουμαριές, καστανιές και πουρνάρια. Λίγες εβδομάδες αργότερα και όλα θα κιτρίνιζαν, θα κοκκίνιζαν και τέλος θα έμεναν γυμνά, εκτός ίσως από τα λιγοστά πεύκα.

Η διαδρομή, καλούμενη «μονοπάτι του νερού», δεν ήταν μεγάλης διάρκειας, σε χαζολογούσε όμως ευχάριστα με ο,τιδήποτε έβρισκες στο διάβα σου: γλυπτά γνωστών και μη καλλιτεχνών, γρανίτης και σίδερο, φυλλώματα και καρποί, σύμβολα θρύλων και παραδόσεων της περιοχής, πηγές, ρυάκια, ποταμάκια και χείμαρροι, άλλα σχεδόν στεγνά, άλλα ήρεμα και μερικά ορμητικά, άγουρα κάστανα, βελανίδια, μούρα και βατόμουρα, σμέουρα και μπουρνέλες, κράνα, κούμαρα πράσινα και κόκκινα, ακόμη και σταφύλι μοσχάτο και φιρίκια, μέντα, δεντρολίβανο και αγριοματζουράνα, ένα καφενείο ξεχασμένο από το ’50, μέσα στο κοινοτικό γραφείο, είκοσι τριάντα διώροφα σπίτια όλα κι όλα, με πέτρα και ξυλοσανίδες, προστατευμένα με παλιά λαμαρίνα είτε εκτεθειμένα στο βοριά, να σκάνε και να σφυρίζει ο άνεμος, νωπά σημάδια ζωής στο χώμα, μια γοργόνα και μία παλιά φιδοπουκαμίσα, λίθινες βρύσες και ήχος τρεχούμενου νερού, διαρκής ροή, να μην ησυχάζει ποτέ αλλα να σε ηρεμεί...



Και εκεί, ανεβαίνοντας μέχρι τον αυχένα και διασχίζοντας τις πλάγιες εκείνες που έχουν σμιλέψει επικίνδυνα όλο το χειμώνα και μέχρι τον απρίλη οι χιονούρες, μπορείς πλέον να ατενίσεις τον ορίζοντα, όλες τις κορυφογραμμές που διαδέχεται η μία την άλλη, όσο μακρύτερα τόσο το πράσινο γίνεται γκριζομπλέ, για να χαθεί το μάτι σου ανάμεσα στις κοιλάδες μέχρι την Πορτογαλία και τις τεχνητές λίμνες του Τάγου στο πέρασμά του. Εκεί που η γη δίνει τόπο στις κερασιές και με τη σειρά τους στις ελιές. 

 Ανάμεσα σε αυτό το Σάββατο και στο επόμενο υπάρχει μία τεράστια διαφορά, σκέφτηκα, εξίσου θελκτικά και τα δύο χωρίς αμφιβολία, που τα συνδέουν ωστόσο στενά δύο σημεία: το τραγούδι που παίζει, το μεν σε μια μικροσκοπική συσκευή, το δε ζωντανά, και το δέος που προκαλεί το ύψος, το μεν φυσικό και αβίαστο, το δε με σιδερόσκοινα και τσιμεντοκολόνες...