‘Εχει μία απαίσια μέρα σήμερα, όπως και χθες, από το πρωί: βροχή και πάλι βροχή, ίσως και χιόνι υγρό κατά διαστήματα, να μυξοστάζει η μύτη σου, να περνάνε οι χοντρές σταγόνες που πέφτουν από τα στενά μπαλκόνια μέσα από το σκούφο σου, να ανατριχιάζεις και να συγχύζεσαι χειρότερα, να πέφτεις μέσα στις λακούβες και να βγαίνεις λασπωμένος, σίγουρα υπάρχουν και χειρότερα, αλλά δε με ενδιαφέρουν ούτε εκείνα ούτε τα τωρινά μου. Γιατί είναι απλά όμορφο όλο αυτό όταν περπατάτε μαζί, ερωτευμένος, ακόμη και στις 4 το ξημέρωμα στην έρημη πόλη, γιατί είναι εξίσου όμορφο να έρχεται η πρώτη σου επαγγελματική επιτυχία και ας οργιάζει ο τόπος, γιατί μερικές φορές εύχεσαι να τα ζεις όλα αυτά όταν κάνει μία τέτοια “απαίσια” μέρα γιατί ξέρεις ότι την επόμενη φορά δεν θα είναι και τόσο απαίσια, θα έχει ζεστάνει και γλυκάνει, όπως το ποντς της γιαγιάς μου, σε κείνο το μπρικάκι το μπακιρτζίδικο, ίσα-ίσα πριν αρπάξει φωτιά αλλά γλυκόπιοτο, και κάθε φορά μου καθάριζε τα εντός μου, ή τουλάχιστον έτσι ένιωθα, όπως και τώρα τούτη η ασταμάτητη νεροποντή. martes, 16 de febrero de 2010
Βροχή σαν...ποντς
‘Εχει μία απαίσια μέρα σήμερα, όπως και χθες, από το πρωί: βροχή και πάλι βροχή, ίσως και χιόνι υγρό κατά διαστήματα, να μυξοστάζει η μύτη σου, να περνάνε οι χοντρές σταγόνες που πέφτουν από τα στενά μπαλκόνια μέσα από το σκούφο σου, να ανατριχιάζεις και να συγχύζεσαι χειρότερα, να πέφτεις μέσα στις λακούβες και να βγαίνεις λασπωμένος, σίγουρα υπάρχουν και χειρότερα, αλλά δε με ενδιαφέρουν ούτε εκείνα ούτε τα τωρινά μου. Γιατί είναι απλά όμορφο όλο αυτό όταν περπατάτε μαζί, ερωτευμένος, ακόμη και στις 4 το ξημέρωμα στην έρημη πόλη, γιατί είναι εξίσου όμορφο να έρχεται η πρώτη σου επαγγελματική επιτυχία και ας οργιάζει ο τόπος, γιατί μερικές φορές εύχεσαι να τα ζεις όλα αυτά όταν κάνει μία τέτοια “απαίσια” μέρα γιατί ξέρεις ότι την επόμενη φορά δεν θα είναι και τόσο απαίσια, θα έχει ζεστάνει και γλυκάνει, όπως το ποντς της γιαγιάς μου, σε κείνο το μπρικάκι το μπακιρτζίδικο, ίσα-ίσα πριν αρπάξει φωτιά αλλά γλυκόπιοτο, και κάθε φορά μου καθάριζε τα εντός μου, ή τουλάχιστον έτσι ένιωθα, όπως και τώρα τούτη η ασταμάτητη νεροποντή. martes, 9 de febrero de 2010
Ilusión del mercado

Σήμερα πέρασα μπροστά από την λαϊκή και είδα πως ξεφορτώνονται τα κολοκυθάκια και τα πράσα, ή μάλλον τα φρέσκα κρεμμυδάκια, δεν πολυπρόσεξα κιόλας. Και ύστερα, την ψαραγορά, υπήρχαν και αρκετά καφάσια γεμάτα με θρυμματισμένο πάγο και ξεψυχισμένα ψάρια, κυρίως μεγάλα, μύριζαν και φουρτουνιασμένη θάλασσα και μου φάνηκε περίεργο στο μέσο της meseta να αισθάνομαι αυτή η ατλαντική μπόρα. Και θυμήθηκα εκείνο το κρυμμένο στα δέντρα χωριό, κρεμασμένο στα βάσκικα βράχια που κάθε του μπαλκόνι εκτίθεται στο βοριά και κάθε του παράθυρο χάσκει στο λιμανάκι, μια προκυμαία μεγάλη όλο κι όλο, και μικρά ψαροκάικα να λικνίζονται, και την μανία της κάθε σταγόνας κόντρα στη δική μου βιτρίνα. Στο χωριό δεν περπατούσε κανείς, εκεί κάτω είχε μια κίνηση, κίτρινα πλαστικά ανθρωπάκια, ξεφόρτωμα πραμάτιας, και τα σύννεφα συνέχιζαν να παίζουν στον ορίζοντα. Και όντως μου μύριζε περίεργα η αλμύρα, ήταν διαφορετική, πιο ψυχρή ίσως. Και νόστιμη. Μέχρι που ξεχάστηκα και πλέον έβλεπα τα σπίτια ανάποδα, από κάτω προς τα πάνω, και στην πλάτη μου είχα όλη την ανοιχτή θάλασσα, ταραγμένη, σε αντίθεση με το βλέμμα μου, και πέρα από τη βροχή από ψηλά, έσταζε και άλλη μία μικρότερη, γύρω μου, από τα μαλλιά και την ζακέτα. Και αισθάνθηκα ένα γαλήνιο ξέσπασμα, και κρύο, και ότι κανείς δεν μπορεί να με δεί. Και τότε αναζήτησα το κορίτσι, όπως και τώρα, δέκα βήματα απομακρυσμένος από την ψαραγορά. Και θα κούρνιαζα μέχρι να πετάξω από τη γέφυρα, μέχρι δηλαδή να περάσω την πόρτα του γραφείου και να προσγειωθώ...
lunes, 8 de febrero de 2010
Μας παρέσυρε το ρέμα

Λίγο οι διακοπές στα χιονισμένα βουνά, λίγο ο φόρτος εργασίας στο καπάκι, λίγο οι αυξημένες μπλοκαρισμένες σελίδες στο δουλειά, λίγο ο μουντός καιρός, όλα μαζί είχαν σαν αποτέλεσμα μια μετρημένη αποτοξίνωση από το δίκτυο. Και έτσι χάθηκα. Διαπίστωσα ότι δεν έχω επαρκή ενημέρωση, ότι κλείστηκα περισσότερο σε μένα, ότι μου έλειψαν τα χρώματα, πάλι καλά που δεν έχω και φάρμα γιατί θα είχα αποτύχει, έβαλα μόνο τη μουσική μου και ό,τι είχα κατεβάσει τον τελευταιό καιρό να παίζει διαρκώς.
Και αν και προσπάθησα να αποφύγω τα συνήθη ακούσματα του Σαββάτου, φαίνεται ότι μου ήταν αδύνατον, όχι τόσο επειδή δεν τα θέλει το αυτί μου, αλλά μάλλον γιατί τα είχα συνηθίσει: electropop 70s, indie 90s, disco 80s… Και έφερνα μπροστά μου όλες τις vintage φιγούρες του καιρού, ακόμη και μυρωδιές, σαν να περνούσα μέσα από τα παζαράκια της Brick Lane, για να καταλήξω να βλέπω εκείνη την καρδιά με την κλασική γραμματοσειρά συνδυασμένη με όλες τις alternative μητροπόλεις: I love Berlin, NY, London…’Οχι, η Madrid νομίζω δεν θα υπήρχε, μάλλον γιατί το έχουν περάσει ύπουλα, βοήθησε κα το Η&Μ, και το γνωστό rastro, τόσα παζαράκια πήραν τα πάνω τους μετά το νεοχίπικο ρεύμα, πλέον δεν το βρίσκεις μαζεμένο σε κανά δυο στέκια με βιζόν και μουστάκια αλλά διάσπαρτο, στο βρώμικο bar της γειτονιάς, στην υπόγεια fiesta, στο chic gin club, στο γυμναστήριο, στο pilates, ακόμη και στους πολυκινηματογράφους.
Και εκτός από τα συνηθισμένα, υπήρξαν και μερικά διαμαντάκια σε τόσα megabytes… απλά μόλις μάθω που μπορούμε να ακούσουμε mordant music ή new puritans θα σπεύσω να ενημερώσω. Προς το παρόν –το αναγνωρίζω με κάποια ίχνη ντροπής- περιμένω το 3 words σε κάποια πίστα με led φωτάκια και τα τερατάκια του invader να χορεύουν...
jueves, 7 de enero de 2010
Nocturno
Αν και σήμερα η μέρα δεν ξεκίνησε με τους καλύτερους οιωνούς (το ξυπνητήρι ίσα που ακουγόταν, ένα χιονόνερο ενοχλητικό, από εκείνο που αρχικά τζινάει – έτσι το λένε στο χωριό μου- τα δάχτυλα και έπειτα ζωγραφίζει αιμάτινες αυλακιές στις αρθρώσεις, δρόμοι μισοάδειοι και κόσμος με μουντή διάθεση, ο καφές φαινόταν πιο πικρός σήμερα κι άλλα κι άλλα που πρέπει να ανοίξω και κανα καζαμία για να δω τί παίζει...) είπα να δοκιμάσω να γράψω κάτι που έχει καιρό που μου ζητήθηκε, ωστόσο δεν χωραέι σε δυο τρεις παραγράφους: η νυχτερινή ζωή στην ισπανική πρωτεύουσα.Και το κυριώς πρόβλημα είναι ότι λέγοντας νυχτερινή ζωή δεν εννοείς μόνο τη ζωή στα bars και στις discotecas. Είναι τα θέατρα, οι μικρές σκηνές και οι κινηματογράφοι, είναι οι συνάξεις σε σπίτια και γραφειάκια, είναι ακόμη και η περαντζάδα από την κεντρική αγορά και τις πουτάνες, είτε δίπλα από το Zara είτε μέχρι την Casa de Campo. Και το κυριότερο, είναι ο κόσμος αυτής της πόλης, τόσο ετερόκλιτος αλλά πάντα ταιριασμένος ακόμη και στον ίδιο χώρο...
Και επειδή δεν ξέρω από που να ξεκινήσω, μάλλον αυτό θα γίνει πεζά. Και από ένα κλασικό που-σου. Γιατί οι περισσότεροι τις Παρασκευές κατεβάζουμε ρολά ήδη από το μεσημέρι, όποτε και επιβάλλεται μια καλή siesta για να ανακτήσεις δυνάμεις για το βράδυ. Και είναι σαν να είναι Σάββατο. Είτε ένα δείπνο, είτε ένα aperitivo, πάντως σχεδόν πάντα κάπως έτσι αρχίζουν όλα: και έχεις να επιλέξεις ανάμεσα σε κάτι πιο χύμα –βλέπε μπιρίτσα στη μπάρα με μία ποικιλία από τηγανιτά: κροκέτες, χταποδάκι, tortilla με πατάτες, λουκάνικο χωριάτικο, patatas bravas κτλ και φασαρία μπόλικη, φωνές, χαρτοπετσέτες και αποφάγια μέχρι τον αστράγαλο και ίσως να ακούς και μουσική απο το ραδιόφωνο αν στέκεσαι κοντά στην κουζίνα-, είτε κάτι πιο σοφιστικέ –εδώ πρέπει να περιμένεις στη είσοδο να σου δώσουν τραπέζι, να διαλέξεις πρώτο και δεύτερο πιάτο και να έχεις υπόψη σου το επιδόρπιο για μετά, μάλλον θα πιεις κρασάκι και όσο περνάει η ώρα θα ανεβάζουμε τους τόνους, όλοι το κάνουν άλλωστε σιγά σιγά, η παρέα που ήρθε να γιορτάσει τα γενέθλια, οι φίλοι από τη δουλειά, το gay ζευγάρι της γωνίας, οι νεαροί dinks…-. Και η συνέχεια υπόσχεται.
Ανάλογα με τη ώρα κατονομάζονται και τα bars: για μπίρα ή digestivo θα πας σε κάποιο bar (ελληνιστί μάλλον θα το λέγαμε καφέ), έπειτα σε κάποια pub (προφέρεται πάφ, μη με ρωτήσετε γιατί! και αντιστοχεί στο ελληνικό bar) με μουσική, ευτυχώς υπάρχουν επιλογές αλλά κοινός παρονομαστής όλων είναι η αρκετή φασαρία και συνήθως ο περιορισμένος χώρος για να φαίνονται γεμάτες, και αφού οι pubs κλείνουν στις τρεις, έρχεται η ώρα να κάνεις ουρά –αν δεν έχεις μπει στη λίστα vip μέσω facebook ή άλλα παρόμοια- σε μία από τις discotecas (κατά το ελληνικότατο club, δεν είναι αποκλειστικά disco). Επιλογές υπάρχουν κι εδώ αν και λιγότερες και σίγουρα πιο τσιμπημένες. Και αν καταφέρεις να βγεις αλώβητος μέχρι τις έξι που κλείνουν, ρωτάς για το κοντινότερο after (εδώ, αν και ευνόητο, θα δυσκολευτώ στην μετάφραση, γιατί μπορεί να είναι τόσο το τελευταίο καφενείο της λαϊκής γειτονιάς που ο ιδιοκτήτης παπούς απλά το ανοίγει στις έξι γιατί έχει ξυπνήσει από τις τέσσερις τα χαράματα και άρα τί να κάνει, όσο και κάποιο παράνομο φυσικά καταγώγι με τριπλή πόρτα που χτυπάς συνθηματικά και εκπλήσσεσαι με την πανίδα που έχει συλλέξει, χωρίς μουσική πάντα, μόνο με όλες τις φωνές των απανταχού μεθυσμένων που ρώτησαν και έμαθαν. ’Εχω δει μέχρι και την ακραία περίπτωση να κάθεσαι στη μπάρα και να φοράς ακουστικά, φαίνεται πως δίνει άλλη νότα).
Εκείνη η ώρα της νύχτας που πραγματικά με εντυπωσιάζει είναι γύρω στις τρεις. Μόλις έχουν κλείσει οι pubs και όλος ο κόσμος, μισοφτιαγμένος, σε κλίμα ευφορίας, πιο αυθόρμητος και πιο οικείος, έχει κατακλύσει τους δρόμους. Οι Κινέζοι έχουν βγει στις γωνίες από ώρα και πουλάνε βαζάκια μπίρας σε αυτοσχέδια πόστα –ώρα αιχμής για αυτούς, καταφθάνουν τα καροτσάκια λαϊκής κάθε δεκάλεπτο, γιατί η μπίρα πρέπει να είναι παγωμένη, βάλε και το μακαρονάκι ή το ριζότο για τους πιο απαιτητικούς και ποτέ δεν ξεμένουν (βλέπε φώτο)- κι εσύ απλά στέκεσαι και χαζεύεις την κατά συνθήκη λαοσυρροή: μπορεί ο οποιοσδήποτε να σου μιλήσει, να σε κουράσει, να σε προσκαλέσει, να σου πει τον πόνο του, να σε κεράσει, με ό,τι αυτό συνεπάγεται. Και είναι εκείνη η στιγμή που εκτιμάς το πώς ζει τη νύχτα αυτή η πολή και κατ’ επέκταση την ίδια και τον κόσμο της.
lunes, 4 de enero de 2010
Nochevieja
Καλημέρα και καλή χρονιά. Με μία ώρα διαφορά γιορτάσαμε την αλλαγή του χρόνου το ίδιο και με μικρές αλλαγές όπως κι εσείς.Λίγα λεπτά πριν τις 12 ανοίξαμε το αντίστοιχο Alter για να ακούσουμε από την Belén Esteban (και για την αποκατάσταση της αλήθειας, όπως δήλωσε φίλος και μου άρεσε πολύ ο παραλληλισμος, η Πέπη Τσεσμελή της Ισπανίας) την αλλαγή του χρόνου. Και μετά τη νέα της πλαστική έγινε αγνώριστη, η μύτη της θέλει ακόμη λίγη διόρθωση. Και ενώ ο επίσημος παρουσιαστής δεν έπιανε μία μπροστά της, αυτή έδειχνε τις κόκκινες ζαρτιέρες εκεί, στο τελείωμα του κοντού φορέματος και όλοι αναφωνήσαμε το πόσο αιώνια λαϊκή παραμένει. Αχ, Δική μας Belén! Βρίσκεται σε ένα από τα δωμάτια που το μπαλκόνι βλέπει κατευθείαν στο ρολόι της Puerta del Sol. Είναι αυτό που αναμεταδίδεται σε όλη της Ισπανία και αυτό που καθορίζει τους χτύπους και την αλλαγή. Και ενώ έχουν μείνει 5-10 λεπτά για την αλλαγή και η Belén συνομιλεί με τους παρευρισκόμενους (γιατί ναι μεν αρκετοί έχουν μείνει στην πλατεία για το πανηγυράκι αλλά άλλοι τόσοι έχουν ανέβει στο στούντιο για να την θαυμάσουν απο κοντά!), ξαφνικά πέφτει το ρεύμα στο σπίτι και έχουμε μείνει με τα κεράκια.
Ενώ μου φάνηκε αρκετά γουστόζικο –ισώς και κατα το ελληνικό συνήθειο να τα σβήνουμε, η ισπανικοθρεμμένη παρέα μου έφτασε στα πρόθυρα του πανικού! Πρωτοχρονιά χωρίς τους χτύπους της καμπάνας της Sol και χωρίς Belén??? Προμηνυόταν καταστροφή στη fiesta. Βγήκαμε στα μπαλκόνια να δούμε αν ήταν γενικό το κακό, αναθεματίσαμε τις γιαγιάδες του πρώτου γιατί μάλλον εκείνες κρύβονταν πίσω από αυτή την σκευωρία, γκουγκλάραμε στα γρήγορα και με όσα αποθέματα μπαταρίας υπήρχε στο pc κάποια online σύνδεση...Μάταια όλα. Τα χρονικά περιθώρια στενεύαν και το ποτήρι με τα σταφύλια στο χέρι είχε αρχίσει να γλιστράει από τον κρύο ιδρώτα. Δύο λεπτά πρίν το πρώτο χτύπο της καμπάνας ευτυχώς όλα επανήλθαν...
Και πήραμε τις θέσεις μας! 15 άτομα σε στάση σαν σε θέατρο απέναντι από την οθόνη και με κάθε χτύπο έβαζες και μια ρώγα στο στόμα. Δώδεκα στο σύνολο και από εκείνες τις χοντρές, με το κουκούτσι στο κέντρο, κι όποιος προλάβει και τις δώδεκα. Και άντε πρόλαβες να τις βάλεις στο στόμα αλλά να έχεις μασήσεις πάνω απο δύο με τίποτα. Είχαν αρχίσει ήδη τα φιλιά. Βέβαια, μάσημα και φιλί μαζί είναι κομματάκι δύσκολο, ζουμιά να σου τρέχουν ακόμη κι απ’ τη μύτη, να αναγουλιάζεσαι και να αγκαλιάζεσαι ταυτόχρονα...και να το κλάμα η Belén, χωρίς λόγο, από συνήθεια. Μου φάνηκε σαν δοκιμασία στο Fear Factor με έπαθλο ένα ποτήρι cava (βλέπε κάτι σε φθηνή σαμπάνια). Και από εκεί και πέρα τα πράγματα κύλησαν ομαλά. Και μετά μέχρι το πρωί ανέλαβε ο Amenábar (αλλουνού παπά ευαγγέλιο αυτό) αλλά εκείνο το ξημέρωμα από τα ψηλά και στα πόδια σου την plaza España, δεν το ξεχνάς, άσχετα με το τί έχεις καταναλώσει.
lunes, 21 de diciembre de 2009
Desayuno Prenavideño
Και επειδή σήμερα το πρόγραμμα έλεγε πέρασμα από την πισίνα και ...α, να θυμηθώ να πάρω και τις orejeras (αυτή την λέξη την αγνοώ στην ελληνική, είναι εκείνα τα διακριτικά θεωρητικά αλλά στιλάτα πάντα που περνάς πίσω από το λαιμό και καλυπτούν τα αυτιά σου απο το κρύο) που τόσο πολύ φοριούνται τώρα με το κρύο σε όλη την πρωτεύουσα, τελοσπάντων, αποφάσισα να πάρω το πρωινό μου στο bar της γειτονιάς, για να έχω δυνάμεις μέχρι το μεσημεριανό διάλλειμμα και το πρόσθιο που θα το συνοδεύσει. Είναι κάτι που συνηθίζεται εξάλλου, αν και με την κρίση, είχα παρατηρήσει ότι είχε κόψει και η κλασική πελατεία.
Είναι που μπαίνω και βρίσκονται ήδη στη μπάρα οι δύο θυρωροί για τον καφέ τους πριν πιάσουν τη σκούπα (ειδικά σήμερα και το φτυάρι για το χιόνι) παρέα με τον γυμναστή του μικρού συνοικιακού γυμναστηρίου. Μην φανταστείτε βέβαια street minimal bar ή εκλεπτυσμένα muffins με capuchino και σχέδιο στο αφρόγαλα: το πάτωμα είναι ήδη γεμάτο γόπες, χαρτοπετσέτες και οδοντογλυφίδες και οι κιτς γυαλινες προθήκες του 80 καλύπτουν το μισό της μπάρας, άδειες ακόμη. Παίρνω θέση ακριβώς απέναντι απο την πόρτα της κουζίνας, η καλή κυριούλα έχει βάλει ήδη να τηγανίζει tortillas, γυρίζω προφίλ για να βλέπω και την πρωινή ενημερωτική εκπομπή αλλά και όλους τους υπόλοιπους καθήμενους στη σειρά, σου δίνει λιγότερο την αίσθηση της μοναξιάς, ειδικά όταν ανταλλάσεις καλημέρες με όλους. Σε λίγο θα έρθει και ο υδραυλικός, και η κυρία δικηγορίνα με τη γούνα της να μας πει πώς πέρασε το σαββατοκύριακο με το εγγονάκι της, και οι δύο suited 30άρηδες που αρέσκονται να λένε αστειάκια στα αγγλικά και κυριώς στην ρουμάνα που βρίσκεται πίσω από τη μπάρα και σερβίρει τους καφέδες, άσχετο αν τους καταλαβαίνει, εκείνη πάντα ψευτοθυμώνει. Και είναι γάτα, πάντα μου φέρνει τον καφέ στη θερμοκρασία που τον χρειάζομαι, ανάλογα με το τι δείχνει το θερμόμετρο έξω, αυτό ναι, απλός καφές σε χαμηλό ποτήρι του νερού και ρίχνει απο δύο κανάτες κρύο και ζεστό γάλα (και το καλοκαίρι, για δροσιά, απλά τον αναποδογυρίζω σε άλλο ποτήρι, του ουίσκι, μαζί με πάγο!) . Και ετοιμάζει το pan tumaca μου, με μπόλικη ντομάτα και ελαιόλαδο. Έχει και churros και porras, και ακόμη καλύτερα, κρουασάν a la plancha, για να λιώνει το βουτυράκι αμέσως. Νάτος και ο κυριούλης που πίνει carajillo (μισή δόση καφές και μισή δόση «τσίπουρο») που την ώρα που θα ετοιμάζομαι να φύγω θα έχει ήδη αρχίσει να παίζει φρουτάκια.
Καπνίζω ένα τσιγάρο και κοιτάζω γύρω μου το μακρόστενο χώρο, και δη τον τοίχο: μια φωτογραφία με όλη την οικογένεια, από 80 μέχρι 8 χρονών, ένα κασκόλ της Atletico, μια αφίσα του 90, σε κάδρο, με τις 52 ράτσες –μόνο στην Castilla La Mancha- ταύρων, εικονογραφημένες όλες, ένας πίνακας με σημειωμένα με κιμωλία τα στοιχήματα των πελατών, μια κρεμάστρα, ένα κομμένο εξώφυλλο αθλητικής εφημερίδας με τους οπαδούς σε πρώτο πλάνο, μία φωτοτυπία Α4 που μας ενημερώνει ότι απαγορεύεται η χρήση ψυχοτρόπων ουσιών στο κατάστημα και τέλος το πρόγραμμα με τις αγωνιστικές όλων των ταυρομαχιών στην πόλη και στα περίχωρα.
Βγαίνω και συνειδητοποιώ ευχάριστα ότι αυτά τα μικρά συμβαίνουν στο κέντρο της Ισπανίας, σε μια από τις πιο ευκατάστατες γειτονιές της πρωτεύουσας, που φαίνεται να κυλούν με ρυθμούς αργούς, όπως τότε που μόνο μέσα από διηγήσεις τα έχεις υποψιαστεί.
lunes, 14 de diciembre de 2009
Η πάντα επίκαιρη Ευλαμπία

Ευτυχώς για κάποιους το να βρεθούν αντιμέτωποι με το σύστημα υγείας του ΙΚΑ μπορεί και παραμένει ένα απλό φανταστικό σενάριο. Δυστυχώς, όμως, για κάποιους από αυτούς τους «τυχερούς», τους έκατσε λαχείο για το σύστημα του αντίστοιχου ισπανικού φορέα. Όχι ότι τα πράγματα βρίσκονται σε καλύτερη μοίρα, σχετικά με τις περιβόητες αναρρωτικές κτλ κτλ αλλά κάτι ακόμη χειρότερα σε αποθαρρύνει: πέραν του ότι πρέπει να χρησιμοποιήσεις την ακριβή ορολογία για να μην χάνουν το χρόνο τους οι γιατροί του ΙΚΑ (γιατί άλλο πράγμα το πιάσιμο, άλλο η κράμπα και άλλο το τράβηγμα μυών, για να μη μιλήσω για θλάση! Ουφ, πρέπει να είμαι ακριβολόγος), ωστόσο το να θέλεις να βρεις το δίκιο σου και να βρίζεις σε μία ξένη γλώσσα δεν είναι και το ευκολότερο σημειολογικό εμπόδιο που πρέπει να ξεπεράσεις, ειδικά όταν αυτό πρέπει να γίνει «κομψά».
Και καλά, εδώ και κάποια χρόνια που είμαι μόνιμος κάτοικος σε μία γειτονιά μου έχουν υποδείξει και την προσωπική μου γιατρό, πράγμα που πρέπει να θεωρήσω τύχη, αλλά δεν καταλαβαίνω γιατί κάθε φορά που την επισκέπτομαι πρέπει να της θυμίζω ποιος είμαι και τι ιστορικό έχω περάσει. Λογικό, θα πείτε, αν είναι και κάποιας ηλικίας ακόμη περισσότερο. Τι φταίω όμως, όντας μυξομένος σε όλη τη μάπα με το θερμόμετρο να αγγίζει σαραντάρια, κασκόλ μέχρι τα αφτιά και οχτώ στρώσεις από ρούχα να της επαναλαμβάνω κάθε δύο μέρες ότι έχω την γνωστή μοδάτη γρίπη του καιρού μας και ότι θέλω κι άλλη και ξανά κι άλλη αναρρωτική και εκεινή να με κοιτάζει κάθε φορά με το ίδιο ηλίθιο εξεταστικό βλέμμα σαν να πηγαίνω πρώτη φορά –όχι, κα γιατρέ μου, ήρθα και χθες και προχθές (βήχας και ξανά βήχας), και αντιπροχθές (ζαλάδα μαστούρας από τις παραθεταμόλες) στα επείγοντα και θα έρθω και μεθαύριο (ρουφάω τις μισοξεραμένες μύξες μου) για να δικαιολογώ την απουσία μου στη δουλειά. Με κοιτάζει, χωρίς να με εξετάζει, για να δει αν όντως είναι αλήθεια ή απλά έχω hangover και θέλω να την εξαπατήσω. ‘Εχω σχεδόν παραιτηθεί όταν διαπιστώνω ότι εκείνο που της τράβηξε περισσότερο την προσοχή είναι ένα μαύρο στίγμα στο κούτελο μου που μάταια προσπαθούσα να βγάλω πριν μια εμβομάδα. Ακόμη εκεί βρίσκεται κι αυτό το τιμημένο;;;
Αυτό ήταν, παραιτούμαι, προτιμώ να χάσω αυτές τις μέρες από το μισθό μου, ακόμη και τη δουλειά μου αλλά σας παρακαλώ, μη με βάζετε σε αυτή τη διαδικασία. Και όχι τίποτε άλλο, απλά τώρα τα είχε και όλα στρωμένα όπως κοιμήθηκα. Γιατί αν μιλούσα για κάποια χρόνια νωρίτερα, νέος στο σύστημα και δή περιορισμένων δικαιωμάτων όπως αυθαίρετα μου δήλωναν για τον απλούστατο λόγο βαριέμαι-να-κάνω-τη-δουλειά-μου, μπορεί και να είχα αφεθεί σε κλίνην αιωνίαν. Παρολαυτά, αυτή τη φορά μού έκατσε να την εξαπατήσω, και είχε και ένα λαμπρότατο ήλιο, ότι πρέπει να πρωινές βόλτες στον πεζόδρομο, μαζί και με το σημερινό χιόνι που έπεφτε αραιό μέχρι την τελευταία γουλιά του καφέ μου.
Suscribirse a:
Entradas (Atom)