jueves, 7 de enero de 2010

Nocturno

Αν και σήμερα η μέρα δεν ξεκίνησε με τους καλύτερους οιωνούς (το ξυπνητήρι ίσα που ακουγόταν, ένα χιονόνερο ενοχλητικό, από εκείνο που αρχικά τζινάει – έτσι το λένε στο χωριό μου- τα δάχτυλα και έπειτα ζωγραφίζει αιμάτινες αυλακιές στις αρθρώσεις, δρόμοι μισοάδειοι και κόσμος με μουντή διάθεση, ο καφές φαινόταν πιο πικρός σήμερα κι άλλα κι άλλα που πρέπει να ανοίξω και κανα καζαμία για να δω τί παίζει...) είπα να δοκιμάσω να γράψω κάτι που έχει καιρό που μου ζητήθηκε, ωστόσο δεν χωραέι σε δυο τρεις παραγράφους: η νυχτερινή ζωή στην ισπανική πρωτεύουσα.
Και το κυριώς πρόβλημα είναι ότι λέγοντας νυχτερινή ζωή δεν εννοείς μόνο τη ζωή στα bars και στις discotecas. Είναι τα θέατρα, οι μικρές σκηνές και οι κινηματογράφοι, είναι οι συνάξεις σε σπίτια και γραφειάκια, είναι ακόμη και η περαντζάδα από την κεντρική αγορά και τις πουτάνες, είτε δίπλα από το Zara είτε μέχρι την Casa de Campo. Και το κυριότερο, είναι ο κόσμος αυτής της πόλης, τόσο ετερόκλιτος αλλά πάντα ταιριασμένος ακόμη και στον ίδιο χώρο...

Και επειδή δεν ξέρω από που να ξεκινήσω, μάλλον αυτό θα γίνει πεζά. Και από ένα κλασικό που-σου. Γιατί οι περισσότεροι τις Παρασκευές κατεβάζουμε ρολά ήδη από το μεσημέρι, όποτε και επιβάλλεται μια καλή siesta για να ανακτήσεις δυνάμεις για το βράδυ. Και είναι σαν να είναι Σάββατο. Είτε ένα δείπνο, είτε ένα aperitivo, πάντως σχεδόν πάντα κάπως έτσι αρχίζουν όλα: και έχεις να επιλέξεις ανάμεσα σε κάτι πιο χύμα –βλέπε μπιρίτσα στη μπάρα με μία ποικιλία από τηγανιτά: κροκέτες, χταποδάκι, tortilla με πατάτες, λουκάνικο χωριάτικο, patatas bravas κτλ και φασαρία μπόλικη, φωνές, χαρτοπετσέτες και αποφάγια μέχρι τον αστράγαλο και ίσως να ακούς και μουσική απο το ραδιόφωνο αν στέκεσαι κοντά στην κουζίνα-, είτε κάτι πιο σοφιστικέ –εδώ πρέπει να περιμένεις στη είσοδο να σου δώσουν τραπέζι, να διαλέξεις πρώτο και δεύτερο πιάτο και να έχεις υπόψη σου το επιδόρπιο για μετά, μάλλον θα πιεις κρασάκι και όσο περνάει η ώρα θα ανεβάζουμε τους τόνους, όλοι το κάνουν άλλωστε σιγά σιγά, η παρέα που ήρθε να γιορτάσει τα γενέθλια, οι φίλοι από τη δουλειά, το gay ζευγάρι της γωνίας, οι νεαροί dinks…-. Και η συνέχεια υπόσχεται.

Ανάλογα με τη ώρα κατονομάζονται και τα bars: για μπίρα ή digestivo θα πας σε κάποιο bar (ελληνιστί μάλλον θα το λέγαμε καφέ), έπειτα σε κάποια pub (προφέρεται πάφ, μη με ρωτήσετε γιατί! και αντιστοχεί στο ελληνικό bar) με μουσική, ευτυχώς υπάρχουν επιλογές αλλά κοινός παρονομαστής όλων είναι η αρκετή φασαρία και συνήθως ο περιορισμένος χώρος για να φαίνονται γεμάτες, και αφού οι pubs κλείνουν στις τρεις, έρχεται η ώρα να κάνεις ουρά –αν δεν έχεις μπει στη λίστα vip μέσω facebook ή άλλα παρόμοια- σε μία από τις discotecas (κατά το ελληνικότατο club, δεν είναι αποκλειστικά disco). Επιλογές υπάρχουν κι εδώ αν και λιγότερες και σίγουρα πιο τσιμπημένες. Και αν καταφέρεις να βγεις αλώβητος μέχρι τις έξι που κλείνουν, ρωτάς για το κοντινότερο after (εδώ, αν και ευνόητο, θα δυσκολευτώ στην μετάφραση, γιατί μπορεί να είναι τόσο το τελευταίο καφενείο της λαϊκής γειτονιάς που ο ιδιοκτήτης παπούς απλά το ανοίγει στις έξι γιατί έχει ξυπνήσει από τις τέσσερις τα χαράματα και άρα τί να κάνει, όσο και κάποιο παράνομο φυσικά καταγώγι με τριπλή πόρτα που χτυπάς συνθηματικά και εκπλήσσεσαι με την πανίδα που έχει συλλέξει, χωρίς μουσική πάντα, μόνο με όλες τις φωνές των απανταχού μεθυσμένων που ρώτησαν και έμαθαν. ’Εχω δει μέχρι και την ακραία περίπτωση να κάθεσαι στη μπάρα και να φοράς ακουστικά, φαίνεται πως δίνει άλλη νότα).
Εκείνη η ώρα της νύχτας που πραγματικά με εντυπωσιάζει είναι γύρω στις τρεις. Μόλις έχουν κλείσει οι pubs και όλος ο κόσμος, μισοφτιαγμένος, σε κλίμα ευφορίας, πιο αυθόρμητος και πιο οικείος, έχει κατακλύσει τους δρόμους. Οι Κινέζοι έχουν βγει στις γωνίες από ώρα και πουλάνε βαζάκια μπίρας σε αυτοσχέδια πόστα –ώρα αιχμής για αυτούς, καταφθάνουν τα καροτσάκια λαϊκής κάθε δεκάλεπτο, γιατί η μπίρα πρέπει να είναι παγωμένη, βάλε και το μακαρονάκι ή το ριζότο για τους πιο απαιτητικούς και ποτέ δεν ξεμένουν (βλέπε φώτο)- κι εσύ απλά στέκεσαι και χαζεύεις την κατά συνθήκη λαοσυρροή: μπορεί ο οποιοσδήποτε να σου μιλήσει, να σε κουράσει, να σε προσκαλέσει, να σου πει τον πόνο του, να σε κεράσει, με ό,τι αυτό συνεπάγεται. Και είναι εκείνη η στιγμή που εκτιμάς το πώς ζει τη νύχτα αυτή η πολή και κατ’ επέκταση την ίδια και τον κόσμο της.

lunes, 4 de enero de 2010

Nochevieja

Καλημέρα και καλή χρονιά. Με μία ώρα διαφορά γιορτάσαμε την αλλαγή του χρόνου το ίδιο και με μικρές αλλαγές όπως κι εσείς.

Λίγα λεπτά πριν τις 12 ανοίξαμε το αντίστοιχο Alter για να ακούσουμε από την Belén Esteban (και για την αποκατάσταση της αλήθειας, όπως δήλωσε φίλος και μου άρεσε πολύ ο παραλληλισμος, η Πέπη Τσεσμελή της Ισπανίας) την αλλαγή του χρόνου. Και μετά τη νέα της πλαστική έγινε αγνώριστη, η μύτη της θέλει ακόμη λίγη διόρθωση. Και ενώ ο επίσημος παρουσιαστής δεν έπιανε μία μπροστά της, αυτή έδειχνε τις κόκκινες ζαρτιέρες εκεί, στο τελείωμα του κοντού φορέματος και όλοι αναφωνήσαμε το πόσο αιώνια λαϊκή παραμένει. Αχ, Δική μας Belén! Βρίσκεται σε ένα από τα δωμάτια που το μπαλκόνι βλέπει κατευθείαν στο ρολόι της Puerta del Sol. Είναι αυτό που αναμεταδίδεται σε όλη της Ισπανία και αυτό που καθορίζει τους χτύπους και την αλλαγή. Και ενώ έχουν μείνει 5-10 λεπτά για την αλλαγή και η Belén συνομιλεί με τους παρευρισκόμενους (γιατί ναι μεν αρκετοί έχουν μείνει στην πλατεία για το πανηγυράκι αλλά άλλοι τόσοι έχουν ανέβει στο στούντιο για να την θαυμάσουν απο κοντά!), ξαφνικά πέφτει το ρεύμα στο σπίτι και έχουμε μείνει με τα κεράκια.

Ενώ μου φάνηκε αρκετά γουστόζικο –ισώς και κατα το ελληνικό συνήθειο να τα σβήνουμε, η ισπανικοθρεμμένη παρέα μου έφτασε στα πρόθυρα του πανικού! Πρωτοχρονιά χωρίς τους χτύπους της καμπάνας της Sol και χωρίς Belén??? Προμηνυόταν καταστροφή στη fiesta. Βγήκαμε στα μπαλκόνια να δούμε αν ήταν γενικό το κακό, αναθεματίσαμε τις γιαγιάδες του πρώτου γιατί μάλλον εκείνες κρύβονταν πίσω από αυτή την σκευωρία, γκουγκλάραμε στα γρήγορα και με όσα αποθέματα μπαταρίας υπήρχε στο pc κάποια online σύνδεση...Μάταια όλα. Τα χρονικά περιθώρια στενεύαν και το ποτήρι με τα σταφύλια στο χέρι είχε αρχίσει να γλιστράει από τον κρύο ιδρώτα. Δύο λεπτά πρίν το πρώτο χτύπο της καμπάνας ευτυχώς όλα επανήλθαν...
Και πήραμε τις θέσεις μας! 15 άτομα σε στάση σαν σε θέατρο απέναντι από την οθόνη και με κάθε χτύπο έβαζες και μια ρώγα στο στόμα. Δώδεκα στο σύνολο και από εκείνες τις χοντρές, με το κουκούτσι στο κέντρο, κι όποιος προλάβει και τις δώδεκα. Και άντε πρόλαβες να τις βάλεις στο στόμα αλλά να έχεις μασήσεις πάνω απο δύο με τίποτα. Είχαν αρχίσει ήδη τα φιλιά. Βέβαια, μάσημα και φιλί μαζί είναι κομματάκι δύσκολο, ζουμιά να σου τρέχουν ακόμη κι απ’ τη μύτη, να αναγουλιάζεσαι και να αγκαλιάζεσαι ταυτόχρονα...και να το κλάμα η Belén, χωρίς λόγο, από συνήθεια. Μου φάνηκε σαν δοκιμασία στο Fear Factor με έπαθλο ένα ποτήρι cava (βλέπε κάτι σε φθηνή σαμπάνια). Και από εκεί και πέρα τα πράγματα κύλησαν ομαλά. Και μετά μέχρι το πρωί ανέλαβε ο Amenábar (αλλουνού παπά ευαγγέλιο αυτό) αλλά εκείνο το ξημέρωμα από τα ψηλά και στα πόδια σου την plaza España, δεν το ξεχνάς, άσχετα με το τί έχεις καταναλώσει.

lunes, 21 de diciembre de 2009

Desayuno Prenavideño

Σήμερα και μετά από ένα παγωμένο πσκ στο οποίο δεν έλειπαν από κανένα εστιατόριο και από κανένα bar οι fiestas de navidad, cenas y comidas de amigos y empresas (συνήθεια τόσο κοινή που μέχρι και στις συλλογικές συμβάσεις εργασίας υπάρχει σχετική ρήτρα!) ήρθε και το χιόνι πρωί-πρωί για να μας κάνει δυσκολότερη ακόμη μία Δευτέρα –και μάλιστα προ Χριστουγέννων- στη δουλειά. Το σκηνικό αλλάζει μόνο και μόνο από το γεγονός ότι όλοι περπατάμε με το κεφάλι σκυμμένο, να βλέπουμε που πατούμε (και συνειδητοποιώντας πόσοι δεν φρόντισαν να μαζέψουν την τουαλέτα του κάθε σκύλου που βολτάρει πρωινιάτικα) το πολύ να φτάσει το βλέμμα μας μέχρι το ύψος του αγκώνα, για να ξέρουμε από πού θα πιαστούμε σε περίπτωση κάποιας καλής ξεσυγυρισμένης.

Και επειδή σήμερα το πρόγραμμα έλεγε πέρασμα από την πισίνα και ...α, να θυμηθώ να πάρω και τις orejeras (αυτή την λέξη την αγνοώ στην ελληνική, είναι εκείνα τα διακριτικά θεωρητικά αλλά στιλάτα πάντα που περνάς πίσω από το λαιμό και καλυπτούν τα αυτιά σου απο το κρύο) που τόσο πολύ φοριούνται τώρα με το κρύο σε όλη την πρωτεύουσα, τελοσπάντων, αποφάσισα να πάρω το πρωινό μου στο bar της γειτονιάς, για να έχω δυνάμεις μέχρι το μεσημεριανό διάλλειμμα και το πρόσθιο που θα το συνοδεύσει. Είναι κάτι που συνηθίζεται εξάλλου, αν και με την κρίση, είχα παρατηρήσει ότι είχε κόψει και η κλασική πελατεία.

Είναι που μπαίνω και βρίσκονται ήδη στη μπάρα οι δύο θυρωροί για τον καφέ τους πριν πιάσουν τη σκούπα (ειδικά σήμερα και το φτυάρι για το χιόνι) παρέα με τον γυμναστή του μικρού συνοικιακού γυμναστηρίου. Μην φανταστείτε βέβαια street minimal bar ή εκλεπτυσμένα muffins με capuchino και σχέδιο στο αφρόγαλα: το πάτωμα είναι ήδη γεμάτο γόπες, χαρτοπετσέτες και οδοντογλυφίδες και οι κιτς γυαλινες προθήκες του 80 καλύπτουν το μισό της μπάρας, άδειες ακόμη. Παίρνω θέση ακριβώς απέναντι απο την πόρτα της κουζίνας, η καλή κυριούλα έχει βάλει ήδη να τηγανίζει tortillas, γυρίζω προφίλ για να βλέπω και την πρωινή ενημερωτική εκπομπή αλλά και όλους τους υπόλοιπους καθήμενους στη σειρά, σου δίνει λιγότερο την αίσθηση της μοναξιάς, ειδικά όταν ανταλλάσεις καλημέρες με όλους. Σε λίγο θα έρθει και ο υδραυλικός, και η κυρία δικηγορίνα με τη γούνα της να μας πει πώς πέρασε το σαββατοκύριακο με το εγγονάκι της, και οι δύο suited 30άρηδες που αρέσκονται να λένε αστειάκια στα αγγλικά και κυριώς στην ρουμάνα που βρίσκεται πίσω από τη μπάρα και σερβίρει τους καφέδες, άσχετο αν τους καταλαβαίνει, εκείνη πάντα ψευτοθυμώνει. Και είναι γάτα, πάντα μου φέρνει τον καφέ στη θερμοκρασία που τον χρειάζομαι, ανάλογα με το τι δείχνει το θερμόμετρο έξω, αυτό ναι, απλός καφές σε χαμηλό ποτήρι του νερού και ρίχνει απο δύο κανάτες κρύο και ζεστό γάλα (και το καλοκαίρι, για δροσιά, απλά τον αναποδογυρίζω σε άλλο ποτήρι, του ουίσκι, μαζί με πάγο!) . Και ετοιμάζει το pan tumaca μου, με μπόλικη ντομάτα και ελαιόλαδο. Έχει και churros και porras, και ακόμη καλύτερα, κρουασάν a la plancha, για να λιώνει το βουτυράκι αμέσως. Νάτος και ο κυριούλης που πίνει carajillo (μισή δόση καφές και μισή δόση «τσίπουρο») που την ώρα που θα ετοιμάζομαι να φύγω θα έχει ήδη αρχίσει να παίζει φρουτάκια.

Καπνίζω ένα τσιγάρο και κοιτάζω γύρω μου το μακρόστενο χώρο, και δη τον τοίχο: μια φωτογραφία με όλη την οικογένεια, από 80 μέχρι 8 χρονών, ένα κασκόλ της Atletico, μια αφίσα του 90, σε κάδρο, με τις 52 ράτσες –μόνο στην Castilla La Mancha- ταύρων, εικονογραφημένες όλες, ένας πίνακας με σημειωμένα με κιμωλία τα στοιχήματα των πελατών, μια κρεμάστρα, ένα κομμένο εξώφυλλο αθλητικής εφημερίδας με τους οπαδούς σε πρώτο πλάνο, μία φωτοτυπία Α4 που μας ενημερώνει ότι απαγορεύεται η χρήση ψυχοτρόπων ουσιών στο κατάστημα και τέλος το πρόγραμμα με τις αγωνιστικές όλων των ταυρομαχιών στην πόλη και στα περίχωρα.
Βγαίνω και συνειδητοποιώ ευχάριστα ότι αυτά τα μικρά συμβαίνουν στο κέντρο της Ισπανίας, σε μια από τις πιο ευκατάστατες γειτονιές της πρωτεύουσας, που φαίνεται να κυλούν με ρυθμούς αργούς, όπως τότε που μόνο μέσα από διηγήσεις τα έχεις υποψιαστεί.

lunes, 14 de diciembre de 2009

Η πάντα επίκαιρη Ευλαμπία


Ευτυχώς για κάποιους το να βρεθούν αντιμέτωποι με το σύστημα υγείας του ΙΚΑ μπορεί και παραμένει ένα απλό φανταστικό σενάριο. Δυστυχώς, όμως, για κάποιους από αυτούς τους «τυχερούς», τους έκατσε λαχείο για το σύστημα του αντίστοιχου ισπανικού φορέα. Όχι ότι τα πράγματα βρίσκονται σε καλύτερη μοίρα, σχετικά με τις περιβόητες αναρρωτικές κτλ κτλ αλλά κάτι ακόμη χειρότερα σε αποθαρρύνει: πέραν του ότι πρέπει να χρησιμοποιήσεις την ακριβή ορολογία για να μην χάνουν το χρόνο τους οι γιατροί του ΙΚΑ (γιατί άλλο πράγμα το πιάσιμο, άλλο η κράμπα και άλλο το τράβηγμα μυών, για να μη μιλήσω για θλάση! Ουφ, πρέπει να είμαι ακριβολόγος), ωστόσο το να θέλεις να βρεις το δίκιο σου και να βρίζεις σε μία ξένη γλώσσα δεν είναι και το ευκολότερο σημειολογικό εμπόδιο που πρέπει να ξεπεράσεις, ειδικά όταν αυτό πρέπει να γίνει «κομψά».

Και καλά, εδώ και κάποια χρόνια που είμαι μόνιμος κάτοικος σε μία γειτονιά μου έχουν υποδείξει και την προσωπική μου γιατρό, πράγμα που πρέπει να θεωρήσω τύχη, αλλά δεν καταλαβαίνω γιατί κάθε φορά που την επισκέπτομαι πρέπει να της θυμίζω ποιος είμαι και τι ιστορικό έχω περάσει. Λογικό, θα πείτε, αν είναι και κάποιας ηλικίας ακόμη περισσότερο. Τι φταίω όμως, όντας μυξομένος σε όλη τη μάπα με το θερμόμετρο να αγγίζει σαραντάρια, κασκόλ μέχρι τα αφτιά και οχτώ στρώσεις από ρούχα να της επαναλαμβάνω κάθε δύο μέρες ότι έχω την γνωστή μοδάτη γρίπη του καιρού μας και ότι θέλω κι άλλη και ξανά κι άλλη αναρρωτική και εκεινή να με κοιτάζει κάθε φορά με το ίδιο ηλίθιο εξεταστικό βλέμμα σαν να πηγαίνω πρώτη φορά –όχι, κα γιατρέ μου, ήρθα και χθες και προχθές (βήχας και ξανά βήχας), και αντιπροχθές (ζαλάδα μαστούρας από τις παραθεταμόλες) στα επείγοντα και θα έρθω και μεθαύριο (ρουφάω τις μισοξεραμένες μύξες μου) για να δικαιολογώ την απουσία μου στη δουλειά. Με κοιτάζει, χωρίς να με εξετάζει, για να δει αν όντως είναι αλήθεια ή απλά έχω hangover και θέλω να την εξαπατήσω. ‘Εχω σχεδόν παραιτηθεί όταν διαπιστώνω ότι εκείνο που της τράβηξε περισσότερο την προσοχή είναι ένα μαύρο στίγμα στο κούτελο μου που μάταια προσπαθούσα να βγάλω πριν μια εμβομάδα. Ακόμη εκεί βρίσκεται κι αυτό το τιμημένο;;;

Αυτό ήταν, παραιτούμαι, προτιμώ να χάσω αυτές τις μέρες από το μισθό μου, ακόμη και τη δουλειά μου αλλά σας παρακαλώ, μη με βάζετε σε αυτή τη διαδικασία. Και όχι τίποτε άλλο, απλά τώρα τα είχε και όλα στρωμένα όπως κοιμήθηκα. Γιατί αν μιλούσα για κάποια χρόνια νωρίτερα, νέος στο σύστημα και δή περιορισμένων δικαιωμάτων όπως αυθαίρετα μου δήλωναν για τον απλούστατο λόγο βαριέμαι-να-κάνω-τη-δουλειά-μου, μπορεί και να είχα αφεθεί σε κλίνην αιωνίαν. Παρολαυτά, αυτή τη φορά μού έκατσε να την εξαπατήσω, και είχε και ένα λαμπρότατο ήλιο, ότι πρέπει να πρωινές βόλτες στον πεζόδρομο, μαζί και με το σημερινό χιόνι που έπεφτε αραιό μέχρι την τελευταία γουλιά του καφέ μου.

jueves, 22 de octubre de 2009

Ένα salsiki χωρίς φράουλες παρακαλώ


Μερικές φορές είναι κάπως δύσκολο να συμβιβαστείς και να αλλάξεις συνήθειες-θεσμούς. ‘Αλλες πάλι σου είναι λιγότερο επίπονο ή και εντελώς αδιάφορο.

Δεν ξέρω αν θέλω να αναφερθώ σε κάτι συγκεκριμένο, ούτε να πω ψέματα ότι δεν μου έχει λείψει ένα ζεστό capuchino (ισπανιστί με την κλασική ελληνική προφορά), με εκείνη την υπέροχη κρέμα -από το γάλα μακράς διαρκείας αν δεν κάνω λάθος, αν και τώρα τελευταία υπάρχουν αυτά και δεν τα πολυκατέχω- ακόμη και τα σχεδιάκια που κάνει ο κάθε επίδοξος νικητής του διαγωνισμού της nescafe. Πάντως, όχι οτι στην Ελλάδα δεν συμβαίνει, αλλά το βέβαιο είναι ότι του ντόπιου δύσκολα του αλλάζεις συνήθειες.

‘Οσο και αν προσπαθήσεις να τον πείσεις ότι ένα ποτήρι γάλα είναι προτιμότερο να το πίνεις άσπρο και όχι με colacao, ότι το κατεψυγμένο ψάρι δεν είναι το ίδιο με το φρέσκο, πόσο μάλλον το ψιλοκομμένο κρεμμύδι, ότι το τηγάνι έστω και με λίγο λάδι δεν κάνει το φαγητό μάς λιγότερο τηγανιτό, ούτε σίγουρα ψητό...και αυτό για να μιλήσω μόνο για διατροφικές συνήθειες. Με αφορμή βέβαια το περιβόητο τζατζίκι (salsiki στα ισπανικά, ελλείψει του «τζ» και χάριν ευκολίας): που να φανταστώ ο κακόμοιρος ότι στην απλή συνταγή, στην κατηγορία υλικά, παρά το γεγονός οτι υπογράμμισα και τη λέξη griego οταν έγραφα yogur griego (είναι το στραγγιστό που ονομάζεται –τιμητικά;- ελληνικό γιαούρτι), , από φόβο μήπως ψωνίσουν το κανονικό, εκείνο το ημινερουλό/κρεμώδες με την υπόγλυκη γεύση, ωστόσο μου διέφυγε μια λεπτομέρεια, το διαπίστωσα στην δοκιμή, αν και με είχαν προειδοποιήσει ότι μάλλον κάτι δεν πήγαινε καλά...

Δεν έβαλα έστω εντός παρένθεσης ότι αναφέρομαι σε γιαούρτι χωρίς ζάχαρη. Πάλι καλά που αντί για αγγουράκι δεν είχε φράουλες δηλαδή! Γιατί, όσο κανονικό και αν ονομάζεται το γιαούρτι, επιβάλλεται η προσθήκη ζάχαρης, κατα προτίμηση ακατέργαστης, δημητριακών, μπισκότων, μούρων και βατομούρων και ούτω το καθεξής. Τουλάχιστον τώρα έμαθα. Και αποφεύγω να με βλέπουν να ρίχνω γιαούρτι στη σαλάτα μου, συνηθίζω να λέω οτι πρόκειται για τόνους μαγιονέζας και τόσο ικανοποιούνται!

martes, 13 de octubre de 2009

Rodchenko y Popova


Και να που μετά από αρκετό καιρό επιστρέφω να συμπληρώσω σελίδες σε αυτό το blog και να το γεμίσω με μισομίζερες φωτογραφίες και αρκετές ανούσιες λέξεις. Κι αυτό γιατί σήμερα, εκτός από την «μπαλάντα του κοριτσιού και του πουλιού» σχεδόν τίποτε παραπάνω δεν φτάνει στα αυτιά μου. Δεν δουλεύει και ο κεντρικός server. Ίσως να φταίει και η επιστροφή από το falso puente που κάνει την ημέρα αρκετά ήσυχη και υποτονική. Αν και ξημέρωσε όμορφα, με ψύχρα και κάποια υγρασία.

Και σας να περίμεναν όλοι να περάσει αυτή η Δευτέρα, ξεφύτρωσαν οι πρεμιέρες σε θέατρα και σάλες, τα εγκαίνια σε εκθέσεις και μουσεία, οι προσκλήσεις σε gala και οι πόζες στα fotocol. Οπως και στην Αθήνα, αν δεν απατώμαι, ακριβώς μόλις έκλεισαν τα παλιομοδίτικα πολιτικά περίπτερα και ξεψύχησαν τα ηχεία των μεγαβάτ στο Σύνταγμα. Δεν θα σταθώ στην -καθώς φαίνεται αξιόλογη- νέα ταινία του Amenábar, ούτε στην τελευταία έντονη κινητικότητα στο χώρο του σύγχρονου χορού, αλλά σε μία έκθεση που εγκαινιάζεται σε μία εβδομάδα στο γνωστό Reina Sofía, αφιερωμένη στους ρώσους construccionistas, ή μάλλον στα παρασκήνια αυτής.

‘Εργα για αυτή την έκθεση καταφθάνουν από παντού, είτε με τη συνοδεία ανθρώπων των μουσειών είτε με τις γνωστές υπερασφαλείς μεταφορικές. Και κυρίως από την Tate Modern του Λονδίνου. Αλλά δεν είναι η μόνη. Με αρκετά αξιόλογα θέματα συμμετέχει και το Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης της Θεσσαλονίκης. Και με τι αγωνία ανοίγεις την κάθε κούτα και το κάθε κιβώτιο για να δεις ποιον θασαυρό κρύβουν: με τον κατάλογο στο χέρι, τους κωδικούς, αντιστοιχίες, έλεγχοι, διπλοέλεγχοι... οργανώνεται σιγά σιγά η έκθεση για να είναι όλα τέλεια την ημέρα που αχόρταγα θα την τρώνε τα μάτια αρχικά των frikis και μετά των υπολοίπων επισκεπτών, αδιάφορων, περαστικών ή τουριστών.

Εδώ ανοίγει η παρένθεση της αιχμής, καθώς ο κατάλογος του ΜΣΤΘ είναι μάλλον ο μόνος που δε συνοδεύειται με τις αντίστοιχες φωτογραφίες, δίχως κωδικούς, με λειψές περιγραφές. Κάτι που δεν προσδίδει αναγκαστικά πλημμελή εργασία, αλλά σίγουρα ατελή, μη ακριβή, καμιά φορά βαριεστημένη. Και σίγουρα υποβάλλει σε ένα διπλό φόρτο τους ανθρώπους της οργάνωσης.

‘Οπως και να ‘χει, όλα θα είναι έτοιμα στις 21 του μηνός. Και για τρεις μήνες. Για όποιον ενδιαφέρεται να κάνει μία βόλτα, τόσο συμβατική όσο εικονική, εδώ θα βρεί περισσότερα.
http://www.museoreinasofia.es/exposiciones/2009/rodchenko-popova_en.html

martes, 28 de julio de 2009

Pisci vs Catamarán


Το καλοκαίρι στη Madrid συνήθως χαρακτηρίζεται από αρκετή ζέστη, θερμοκρασίες που ξεπερνούν τους 33-34 βαθμούς την ημέρα, γενικά ξηρές ημερές και σπανιώς υγρές (που είναι και πιο ανυπόφορες). Μέσα σε αυτούς τους τρεις μήνες καμίνι αναδεικνύεται ένα άλλο πρόσωπο των κατοίκων τους: εξαφανίζονται οι συνήθεις ύποπτοι και εμφανίζονται νέες φιγούρες επί σκηνής.

Οι πρώτοι γιατί τις καθημερινές (πλέον σχεδόν όλοι έχουμε ξεκινήσει jornada intensiva και έχουμε άφθονο ελεύθερο χρόνο τα απογεύματα) αποσύρονται στις ιδιωτικές πισίνες που κάθε urbanización διαθέτει για τους ενοίκους και τους φίλους τους, ενώ από την Παρασκευή το μεσημέρι φεύγουν για τις μαδριλένικες «αποικίες», κατα βάση στις μεσογειακές ακτές και λιγότερο στις παραλίες του ατλαντικού με τα κρύα νερά και τις απότομες αλλαγές του καιρού. Υπάρχουν και οι ευκαιρίες για Ibiza και Mallorca, κανένα party έκπληξη σε κάποια ημιδιάσημη βίλα, σε κάποιο catamarán, πάντα τα νέα κυκλοφορούν εντός εβδομάδος από στόμα σε στόμα και πάντα κάτι θα προκύψει, κάποιος θα σε καλέσει, κάπως θα κολλήσεις κι εσύ.

Οι δεύτερη κατηγορία είναι αυτή που περνάει όλη την ημέρα και όλη την εβδομάδα στην δημοτική πισίνα, μαζεύει άφθονο ήλιο, δροσίζεται με εκείνο το ψεκαστήρι νερού και αν είναι πάνω απο 30 ετών σπανίως βουτάει απαρτίζεται από διάφορες «αστικές φυλές», και γι’ αυτό την κάνει αρκετά ετερόκλιτη: άνθρωποι μόνοι ή μοναχικοί που συνήθως το χειμώνα κρύβονται πίσω από κουρτίνες και παντζούρια (πώς γράφεται αυτο;), πενηντάρες ζωντοχήρες με λάδι και χρυσόσκονη και αδιάβροχη μάσκαρα (πάντα topless), περουβιανές πολυπληθείς οικογένειες με όλα τα σύνεργα του πικ νικ, εικοσάρηδες με κασετόφωνο να παίζει ραπ και μαγιό που καλύπτει το μισό κώλο αλλα φτάνει μέχρι τον αστράγαλο, ζαβούς, αλλά πολλούς ζαβούς, δηλαδή, δεν είναι απίθανο να δείτε κάποιον σαραντάρη να τσαλαβουτάει στην παιδική πισίνα ή να σκάει στο νερό στυλ «βόμπα» και να το καταδιασκεδάζει, κάποιον να περπατάει πάνω κάτω και γύρω σου (!) για μισή ώρα, να παίζεις φυσοκαλαμάκια αλλά να είσαι 35 πλέον, να χαζεύεις την επίδοξη beyoncé να σου κάνει χορευτικά τερτίπια....

Μα καλά –αναρωτιέμαι- πού κρυβόταν όλος αυτός ο κόσμος τόσους μήνες και τόσο καλά;;; Γιατί μέχρι αυτό το σημείο είχα αρκετούς ενδοιασμούς σχετικά με τη fiesta στο catamarán (τόσες ώρες δρόμος, πολύ glamour, τόσα έξοδα, στήσιμο, φωτογραφίες κτλ κτλ) αλλά μία μέρα στη δημοτική πισίνα ήταν αρκετή για να μου τους διαλύσει χωρίς αμφοβολία...όχι ότι στο catamarán δεν έχει ζαβούς, απλά τουλάχιστον είναι πιο κομψοί και πιο σικάτοι.

Και μέσα σε όλα αυτά, ευτυχώς πλησιάζουν και οι μέρες για να φύγω κι εγώ καποιες περισσότερες μέρες, όπως οι περισσότεροι σιγά σιγά, ήδη η πόλη αριθμεί ένα εκατομμύριο λιγότερους κατοίκους και αυτό φαίνεται κάθε λέπτο που τη διασχίζεις.