miércoles, 24 de marzo de 2010

Metamorfosis


Χθες διάβασα στην εφημερίδα τα στατιστικά σχετικά με τον τουρισμό στη Μαδρίτη κι εκείνο που με παραξένεψε είναι ότι υποδεχόμαστε περισσότερους τουρίστες απ’ ότι η Βαρκελώνη, που περπατάς στο κέντρο και είναι σαν να συνεχίζει το παγκόσμιο forum όλο το χρόνο όλες τις εποχές, που για να ακούσεις ισπανικά ή καταλανικά πρέπει να μπεις σε κάποιο κιτς μπαρ, που για να βρεις κάτοικο διαμένοντα πάνω από ένα έτος πρέπει να βγεις στα περίχωρα...Κι αν βρίσκομαι εδώ που βρίσκομαι είναι γιατί δε φοβόμουν ότι θα παραμείνω ξένος, ήξερα ότι ο κόσμος θα με ενσωμάτωνε μέ ένα μοναδικό τρόπο, που όλοι θα με κοιτάνε με απορία όταν διηγούμαι ότι δεν είμαι ντόπιος, που κανέναν δεν θα τον ενδιάφερε γιατί είμαι εδώ, απλά μόνο το ότι είμαι εδώ...
Αλήθεια, τι είναι αυτό πλέον που τραβάει τόσο τουρισμό η πόλη; Ότι είναι πρωτεύουσα; Ότι έχει τρία πολύ αξιόλογα μουσεία; Ότι είναι προσβάσιμη και φιλική; Ότι συνδυάζει το mainstream με το underground, το γοτθικό με το ρομαντικό, το hi-tech με το decadence στην ίδια γειτονιά; Γιατί δεν υπάρχει αντίφαση πιο γοητευτική είναι η αλήθεια: ένα γραβατωμένο κοστούμι Armani που το απόγευμα φοράει sneakers και κουβαλάει τη ρακέτα του paddle για να καταλήξει με κόκκινο κραγιόν και σκισμένο καλτσόν σέρνοντας ένα ανθρωποειδές τριχωτό τετράποδο σε αλυσίδα. Γιατί αυτό είναι η Μαδρίτη, μία συνεχής μεταμόρφωση σε μόλις ένα 24ωρο ακριβώς έξω από την πόρτα του σπιτιού σου.

martes, 2 de marzo de 2010

Finde Futbolista



Βρέθηκα σε ένα κατάμεστο γήπεδο, με μία κερκίδα όπως πάντα στο πέταλο να χορεύει ρυθμικά και να φωνάζει με φορητά μεγάφωνα, οι υπόλοιποι, άντρες και γυναίκες ήσυχοι στις θέσεις τους, με τα σποράκια, τα σαντουιτσάκια τυλιγμένα στα αλουμινόχαρτα για το διάλειμμα, ήταν και κοντά η ώρα του δείπνου, κανα μπαφάκι να περάσει και η ώρα πιο χαλαρά, ακόμη και με κουβέρτες μερικοί, και δεν ήταν λίγοι όλοι τους, κοντά 50.000. Η ατμόσφαιρα έπρεπε να ζεσταθεί πριν το ματς, με δυο τρεις μπίρες, φάσεις και σχόλια από τους απογευματινούς αγώνες, με φάτσες που νομίζεις ότι τις βλέπεις σε κάθε γήπεδο (ναι, αυτές που το λιγότερο που φοράνε είναι το τρίχρωμο κασκόλ, τους λείπουν κανα δυο δόντια και ίσως και καμιά καλή ουλή στο μάγουλο κτλ). Και με αυτά και με εκείνα, μπαίνοντας στο γήπεδο είχες την αίσθηση ότι μπήκες σε κάποια σικ συναυλία.

Ο διαιτητής έκανε τα πάντα για να μας εκνευρίσει, ωστόσο μόνο ένα μπουκάλι νερού πετάχτηκε στον αγωνιστικό χώρο, ούτε το αντίπαλο γκολ κατάφερε να εξαγριώσει τα πλήθη, ούτε ένας αναπτήρας, ένα κέρμα, κάτι, δε ζήτησα φωτοβολίδες, αλλά να, μια αναστάτωση, ένα τζέρτζελο, να τσινηθούμε λίγο περισσότερο, να ξεδώσω ήρθα, αλλιώς καθόμουν στον καναπέ του σπιτιού μου και έβριζα. Ούτε καν εκείνες οι κλασικές φάτσες δεν τόλμησαν. Κι ας μου έκανε κάπως περίεργο η έλλειψη κιγλιδώματος, λίγο ακόμη και θα χάιδευα τα μαλλάκια του Cun εκεί στον πάγκο. Τέτοια οικειότητα και τέτοια καλοσύνη. Ως και το χειρότερο που ακούστηκε για τον διαιτητή ήταν το «παλιάτσος»! Και δε μπορώ να πω, πέτυχα σε καλό ματσάκι, αλλά τόση φασαρία, τόση ταλαιπωρία, καλύτερα και πάλι το λέω στον καναπέ, θα έβλεπα και τις επαναλήψεις σε αμφισβητούμενες φάσεις και γκολ, θα έπινα και μια μπίρα που θα μου επιτρεπόταν, θα κρύωνα λιγότερο...


Το προχθεσινό ντέρμπι Real – Atleti των 15χρονων είχε περισσότερο νεύρο, μικρή κερκίδα αλλά φανατική, διασκεδαστικό όσο δεν πάει, και εκεί παιζόταν και το μέλλον τους, είχε όσο να πείς την αγωνία στο full, έκανες και το κομμάτι σου με τα γυαλιά ηλίου και το μπλοκάκι υπο μάλης…Και νομίζω εκεί θα επιστρέψω, στο χαβάλε του μικρού, ίσως και της παλιάς αλάνας.


υγ. απλή υπενθύμιση για το μαρτίτσι από σήμερα, μην μας κάψει ο ήλιος...κυρίως για όσους πάμε για σκι


martes, 16 de febrero de 2010

Βροχή σαν...ποντς

‘Εχει μία απαίσια μέρα σήμερα, όπως και χθες, από το πρωί: βροχή και πάλι βροχή, ίσως και χιόνι υγρό κατά διαστήματα, να μυξοστάζει η μύτη σου, να περνάνε οι χοντρές σταγόνες που πέφτουν από τα στενά μπαλκόνια μέσα από το σκούφο σου, να ανατριχιάζεις και να συγχύζεσαι χειρότερα, να πέφτεις μέσα στις λακούβες και να βγαίνεις λασπωμένος, σίγουρα υπάρχουν και χειρότερα, αλλά δε με ενδιαφέρουν ούτε εκείνα ούτε τα τωρινά μου. Γιατί είναι απλά όμορφο όλο αυτό όταν περπατάτε μαζί, ερωτευμένος, ακόμη και στις 4 το ξημέρωμα στην έρημη πόλη, γιατί είναι εξίσου όμορφο να έρχεται η πρώτη σου επαγγελματική επιτυχία και ας οργιάζει ο τόπος, γιατί μερικές φορές εύχεσαι να τα ζεις όλα αυτά όταν κάνει μία τέτοια “απαίσια” μέρα γιατί ξέρεις ότι την επόμενη φορά δεν θα είναι και τόσο απαίσια, θα έχει ζεστάνει και γλυκάνει, όπως το ποντς της γιαγιάς μου, σε κείνο το μπρικάκι το μπακιρτζίδικο, ίσα-ίσα πριν αρπάξει φωτιά αλλά γλυκόπιοτο, και κάθε φορά μου καθάριζε τα εντός μου, ή τουλάχιστον έτσι ένιωθα, όπως και τώρα τούτη η ασταμάτητη νεροποντή.

martes, 9 de febrero de 2010

Ilusión del mercado


Σήμερα πέρασα μπροστά από την λαϊκή και είδα πως ξεφορτώνονται τα κολοκυθάκια και τα πράσα, ή μάλλον τα φρέσκα κρεμμυδάκια, δεν πολυπρόσεξα κιόλας. Και ύστερα, την ψαραγορά, υπήρχαν και αρκετά καφάσια γεμάτα με θρυμματισμένο πάγο και ξεψυχισμένα ψάρια, κυρίως μεγάλα, μύριζαν και φουρτουνιασμένη θάλασσα και μου φάνηκε περίεργο στο μέσο της meseta να αισθάνομαι αυτή η ατλαντική μπόρα. Και θυμήθηκα εκείνο το κρυμμένο στα δέντρα χωριό, κρεμασμένο στα βάσκικα βράχια που κάθε του μπαλκόνι εκτίθεται στο βοριά και κάθε του παράθυρο χάσκει στο λιμανάκι, μια προκυμαία μεγάλη όλο κι όλο, και μικρά ψαροκάικα να λικνίζονται, και την μανία της κάθε σταγόνας κόντρα στη δική μου βιτρίνα. Στο χωριό δεν περπατούσε κανείς, εκεί κάτω είχε μια κίνηση, κίτρινα πλαστικά ανθρωπάκια, ξεφόρτωμα πραμάτιας, και τα σύννεφα συνέχιζαν να παίζουν στον ορίζοντα. Και όντως μου μύριζε περίεργα η αλμύρα, ήταν διαφορετική, πιο ψυχρή ίσως. Και νόστιμη. Μέχρι που ξεχάστηκα και πλέον έβλεπα τα σπίτια ανάποδα, από κάτω προς τα πάνω, και στην πλάτη μου είχα όλη την ανοιχτή θάλασσα, ταραγμένη, σε αντίθεση με το βλέμμα μου, και πέρα από τη βροχή από ψηλά, έσταζε και άλλη μία μικρότερη, γύρω μου, από τα μαλλιά και την ζακέτα. Και αισθάνθηκα ένα γαλήνιο ξέσπασμα, και κρύο, και ότι κανείς δεν μπορεί να με δεί. Και τότε αναζήτησα το κορίτσι, όπως και τώρα, δέκα βήματα απομακρυσμένος από την ψαραγορά. Και θα κούρνιαζα μέχρι να πετάξω από τη γέφυρα, μέχρι δηλαδή να περάσω την πόρτα του γραφείου και να προσγειωθώ...

lunes, 8 de febrero de 2010

Μας παρέσυρε το ρέμα


Λίγο οι διακοπές στα χιονισμένα βουνά, λίγο ο φόρτος εργασίας στο καπάκι, λίγο οι αυξημένες μπλοκαρισμένες σελίδες στο δουλειά, λίγο ο μουντός καιρός, όλα μαζί είχαν σαν αποτέλεσμα μια μετρημένη αποτοξίνωση από το δίκτυο. Και έτσι χάθηκα. Διαπίστωσα ότι δεν έχω επαρκή ενημέρωση, ότι κλείστηκα περισσότερο σε μένα, ότι μου έλειψαν τα χρώματα, πάλι καλά που δεν έχω και φάρμα γιατί θα είχα αποτύχει, έβαλα μόνο τη μουσική μου και ό,τι είχα κατεβάσει τον τελευταιό καιρό να παίζει διαρκώς.
Και αν και προσπάθησα να αποφύγω τα συνήθη ακούσματα του Σαββάτου, φαίνεται ότι μου ήταν αδύνατον, όχι τόσο επειδή δεν τα θέλει το αυτί μου, αλλά μάλλον γιατί τα είχα συνηθίσει: electropop 70s, indie 90s, disco 80s… Και έφερνα μπροστά μου όλες τις vintage φιγούρες του καιρού, ακόμη και μυρωδιές, σαν να περνούσα μέσα από τα παζαράκια της Brick Lane, για να καταλήξω να βλέπω εκείνη την καρδιά με την κλασική γραμματοσειρά συνδυασμένη με όλες τις alternative μητροπόλεις: I love Berlin, NY, London…’Οχι, η Madrid νομίζω δεν θα υπήρχε, μάλλον γιατί το έχουν περάσει ύπουλα, βοήθησε κα το Η&Μ, και το γνωστό rastro, τόσα παζαράκια πήραν τα πάνω τους μετά το νεοχίπικο ρεύμα, πλέον δεν το βρίσκεις μαζεμένο σε κανά δυο στέκια με βιζόν και μουστάκια αλλά διάσπαρτο, στο βρώμικο bar της γειτονιάς, στην υπόγεια fiesta, στο chic gin club, στο γυμναστήριο, στο pilates, ακόμη και στους πολυκινηματογράφους.
Και εκτός από τα συνηθισμένα, υπήρξαν και μερικά διαμαντάκια σε τόσα megabytes… απλά μόλις μάθω που μπορούμε να ακούσουμε mordant music ή new puritans θα σπεύσω να ενημερώσω. Προς το παρόν –το αναγνωρίζω με κάποια ίχνη ντροπής- περιμένω το 3 words σε κάποια πίστα με led φωτάκια και τα τερατάκια του invader να χορεύουν...

jueves, 7 de enero de 2010

Nocturno

Αν και σήμερα η μέρα δεν ξεκίνησε με τους καλύτερους οιωνούς (το ξυπνητήρι ίσα που ακουγόταν, ένα χιονόνερο ενοχλητικό, από εκείνο που αρχικά τζινάει – έτσι το λένε στο χωριό μου- τα δάχτυλα και έπειτα ζωγραφίζει αιμάτινες αυλακιές στις αρθρώσεις, δρόμοι μισοάδειοι και κόσμος με μουντή διάθεση, ο καφές φαινόταν πιο πικρός σήμερα κι άλλα κι άλλα που πρέπει να ανοίξω και κανα καζαμία για να δω τί παίζει...) είπα να δοκιμάσω να γράψω κάτι που έχει καιρό που μου ζητήθηκε, ωστόσο δεν χωραέι σε δυο τρεις παραγράφους: η νυχτερινή ζωή στην ισπανική πρωτεύουσα.
Και το κυριώς πρόβλημα είναι ότι λέγοντας νυχτερινή ζωή δεν εννοείς μόνο τη ζωή στα bars και στις discotecas. Είναι τα θέατρα, οι μικρές σκηνές και οι κινηματογράφοι, είναι οι συνάξεις σε σπίτια και γραφειάκια, είναι ακόμη και η περαντζάδα από την κεντρική αγορά και τις πουτάνες, είτε δίπλα από το Zara είτε μέχρι την Casa de Campo. Και το κυριότερο, είναι ο κόσμος αυτής της πόλης, τόσο ετερόκλιτος αλλά πάντα ταιριασμένος ακόμη και στον ίδιο χώρο...

Και επειδή δεν ξέρω από που να ξεκινήσω, μάλλον αυτό θα γίνει πεζά. Και από ένα κλασικό που-σου. Γιατί οι περισσότεροι τις Παρασκευές κατεβάζουμε ρολά ήδη από το μεσημέρι, όποτε και επιβάλλεται μια καλή siesta για να ανακτήσεις δυνάμεις για το βράδυ. Και είναι σαν να είναι Σάββατο. Είτε ένα δείπνο, είτε ένα aperitivo, πάντως σχεδόν πάντα κάπως έτσι αρχίζουν όλα: και έχεις να επιλέξεις ανάμεσα σε κάτι πιο χύμα –βλέπε μπιρίτσα στη μπάρα με μία ποικιλία από τηγανιτά: κροκέτες, χταποδάκι, tortilla με πατάτες, λουκάνικο χωριάτικο, patatas bravas κτλ και φασαρία μπόλικη, φωνές, χαρτοπετσέτες και αποφάγια μέχρι τον αστράγαλο και ίσως να ακούς και μουσική απο το ραδιόφωνο αν στέκεσαι κοντά στην κουζίνα-, είτε κάτι πιο σοφιστικέ –εδώ πρέπει να περιμένεις στη είσοδο να σου δώσουν τραπέζι, να διαλέξεις πρώτο και δεύτερο πιάτο και να έχεις υπόψη σου το επιδόρπιο για μετά, μάλλον θα πιεις κρασάκι και όσο περνάει η ώρα θα ανεβάζουμε τους τόνους, όλοι το κάνουν άλλωστε σιγά σιγά, η παρέα που ήρθε να γιορτάσει τα γενέθλια, οι φίλοι από τη δουλειά, το gay ζευγάρι της γωνίας, οι νεαροί dinks…-. Και η συνέχεια υπόσχεται.

Ανάλογα με τη ώρα κατονομάζονται και τα bars: για μπίρα ή digestivo θα πας σε κάποιο bar (ελληνιστί μάλλον θα το λέγαμε καφέ), έπειτα σε κάποια pub (προφέρεται πάφ, μη με ρωτήσετε γιατί! και αντιστοχεί στο ελληνικό bar) με μουσική, ευτυχώς υπάρχουν επιλογές αλλά κοινός παρονομαστής όλων είναι η αρκετή φασαρία και συνήθως ο περιορισμένος χώρος για να φαίνονται γεμάτες, και αφού οι pubs κλείνουν στις τρεις, έρχεται η ώρα να κάνεις ουρά –αν δεν έχεις μπει στη λίστα vip μέσω facebook ή άλλα παρόμοια- σε μία από τις discotecas (κατά το ελληνικότατο club, δεν είναι αποκλειστικά disco). Επιλογές υπάρχουν κι εδώ αν και λιγότερες και σίγουρα πιο τσιμπημένες. Και αν καταφέρεις να βγεις αλώβητος μέχρι τις έξι που κλείνουν, ρωτάς για το κοντινότερο after (εδώ, αν και ευνόητο, θα δυσκολευτώ στην μετάφραση, γιατί μπορεί να είναι τόσο το τελευταίο καφενείο της λαϊκής γειτονιάς που ο ιδιοκτήτης παπούς απλά το ανοίγει στις έξι γιατί έχει ξυπνήσει από τις τέσσερις τα χαράματα και άρα τί να κάνει, όσο και κάποιο παράνομο φυσικά καταγώγι με τριπλή πόρτα που χτυπάς συνθηματικά και εκπλήσσεσαι με την πανίδα που έχει συλλέξει, χωρίς μουσική πάντα, μόνο με όλες τις φωνές των απανταχού μεθυσμένων που ρώτησαν και έμαθαν. ’Εχω δει μέχρι και την ακραία περίπτωση να κάθεσαι στη μπάρα και να φοράς ακουστικά, φαίνεται πως δίνει άλλη νότα).
Εκείνη η ώρα της νύχτας που πραγματικά με εντυπωσιάζει είναι γύρω στις τρεις. Μόλις έχουν κλείσει οι pubs και όλος ο κόσμος, μισοφτιαγμένος, σε κλίμα ευφορίας, πιο αυθόρμητος και πιο οικείος, έχει κατακλύσει τους δρόμους. Οι Κινέζοι έχουν βγει στις γωνίες από ώρα και πουλάνε βαζάκια μπίρας σε αυτοσχέδια πόστα –ώρα αιχμής για αυτούς, καταφθάνουν τα καροτσάκια λαϊκής κάθε δεκάλεπτο, γιατί η μπίρα πρέπει να είναι παγωμένη, βάλε και το μακαρονάκι ή το ριζότο για τους πιο απαιτητικούς και ποτέ δεν ξεμένουν (βλέπε φώτο)- κι εσύ απλά στέκεσαι και χαζεύεις την κατά συνθήκη λαοσυρροή: μπορεί ο οποιοσδήποτε να σου μιλήσει, να σε κουράσει, να σε προσκαλέσει, να σου πει τον πόνο του, να σε κεράσει, με ό,τι αυτό συνεπάγεται. Και είναι εκείνη η στιγμή που εκτιμάς το πώς ζει τη νύχτα αυτή η πολή και κατ’ επέκταση την ίδια και τον κόσμο της.

lunes, 4 de enero de 2010

Nochevieja

Καλημέρα και καλή χρονιά. Με μία ώρα διαφορά γιορτάσαμε την αλλαγή του χρόνου το ίδιο και με μικρές αλλαγές όπως κι εσείς.

Λίγα λεπτά πριν τις 12 ανοίξαμε το αντίστοιχο Alter για να ακούσουμε από την Belén Esteban (και για την αποκατάσταση της αλήθειας, όπως δήλωσε φίλος και μου άρεσε πολύ ο παραλληλισμος, η Πέπη Τσεσμελή της Ισπανίας) την αλλαγή του χρόνου. Και μετά τη νέα της πλαστική έγινε αγνώριστη, η μύτη της θέλει ακόμη λίγη διόρθωση. Και ενώ ο επίσημος παρουσιαστής δεν έπιανε μία μπροστά της, αυτή έδειχνε τις κόκκινες ζαρτιέρες εκεί, στο τελείωμα του κοντού φορέματος και όλοι αναφωνήσαμε το πόσο αιώνια λαϊκή παραμένει. Αχ, Δική μας Belén! Βρίσκεται σε ένα από τα δωμάτια που το μπαλκόνι βλέπει κατευθείαν στο ρολόι της Puerta del Sol. Είναι αυτό που αναμεταδίδεται σε όλη της Ισπανία και αυτό που καθορίζει τους χτύπους και την αλλαγή. Και ενώ έχουν μείνει 5-10 λεπτά για την αλλαγή και η Belén συνομιλεί με τους παρευρισκόμενους (γιατί ναι μεν αρκετοί έχουν μείνει στην πλατεία για το πανηγυράκι αλλά άλλοι τόσοι έχουν ανέβει στο στούντιο για να την θαυμάσουν απο κοντά!), ξαφνικά πέφτει το ρεύμα στο σπίτι και έχουμε μείνει με τα κεράκια.

Ενώ μου φάνηκε αρκετά γουστόζικο –ισώς και κατα το ελληνικό συνήθειο να τα σβήνουμε, η ισπανικοθρεμμένη παρέα μου έφτασε στα πρόθυρα του πανικού! Πρωτοχρονιά χωρίς τους χτύπους της καμπάνας της Sol και χωρίς Belén??? Προμηνυόταν καταστροφή στη fiesta. Βγήκαμε στα μπαλκόνια να δούμε αν ήταν γενικό το κακό, αναθεματίσαμε τις γιαγιάδες του πρώτου γιατί μάλλον εκείνες κρύβονταν πίσω από αυτή την σκευωρία, γκουγκλάραμε στα γρήγορα και με όσα αποθέματα μπαταρίας υπήρχε στο pc κάποια online σύνδεση...Μάταια όλα. Τα χρονικά περιθώρια στενεύαν και το ποτήρι με τα σταφύλια στο χέρι είχε αρχίσει να γλιστράει από τον κρύο ιδρώτα. Δύο λεπτά πρίν το πρώτο χτύπο της καμπάνας ευτυχώς όλα επανήλθαν...
Και πήραμε τις θέσεις μας! 15 άτομα σε στάση σαν σε θέατρο απέναντι από την οθόνη και με κάθε χτύπο έβαζες και μια ρώγα στο στόμα. Δώδεκα στο σύνολο και από εκείνες τις χοντρές, με το κουκούτσι στο κέντρο, κι όποιος προλάβει και τις δώδεκα. Και άντε πρόλαβες να τις βάλεις στο στόμα αλλά να έχεις μασήσεις πάνω απο δύο με τίποτα. Είχαν αρχίσει ήδη τα φιλιά. Βέβαια, μάσημα και φιλί μαζί είναι κομματάκι δύσκολο, ζουμιά να σου τρέχουν ακόμη κι απ’ τη μύτη, να αναγουλιάζεσαι και να αγκαλιάζεσαι ταυτόχρονα...και να το κλάμα η Belén, χωρίς λόγο, από συνήθεια. Μου φάνηκε σαν δοκιμασία στο Fear Factor με έπαθλο ένα ποτήρι cava (βλέπε κάτι σε φθηνή σαμπάνια). Και από εκεί και πέρα τα πράγματα κύλησαν ομαλά. Και μετά μέχρι το πρωί ανέλαβε ο Amenábar (αλλουνού παπά ευαγγέλιο αυτό) αλλά εκείνο το ξημέρωμα από τα ψηλά και στα πόδια σου την plaza España, δεν το ξεχνάς, άσχετα με το τί έχεις καταναλώσει.