lunes, 26 de abril de 2010

Maratón Popular de Madrid


Την Κυριακή διασκέδασα πολύ μια γιορτή διαφορετική από αυτές που συνήθως έχει συνδέσει ο κόσμος στην Ισπανία. Όχι ότι έλειπαν κι αυτές –ποτέ δε λείπουν από κανένα σαββατοκύριακο από το Πάσχα και μέχρι τις 12 Οκτωβρη, ειδικά την περασμένη εβδομάδα η Sevilla βρισκόταν στα καλύτερα της με ατελείωτες ώρες sevillanas, tinto de verano και άφθονο ήλιο, ωστόσο, εκείνες τις ώρες που κάποιοι έβγαιναν από τα τελευταία μαγαζάκια που σερβίρουν για πρωινό βόμβες, εκεί που συναθροίζονται μυρωδιές μπάφου, ιδρώτα, κόκας και ξερατού, που συναντάς chaperos και πόρνες εξαντλημένες προς αναζήτηση μιας τελευταίας βιζίτας, τότε λοιπόν μαζεύονταν περίπου 15 χιλιάδες κόσμου για να συμμετάσχει στο Μαραθώνιο της Μαδρίτης, και άλλοι τόσοι περίπου για να τους συνοδεύσουν και να τους ενθαρρύνουν.

Και γέμισαν οι δρόμοι από φωσφορούχα χρώματα και vintage σορτσάκια, διέσχισαν κάθε σημείο της πόλης, ιστορικό, αστικό, πράσινο, μοντέρνο, κυρίως με τα πόδια, αλλά και με ποδήλατα ή με πατίνια, από 5 έως 75 χρονών, κάθε φυλής και γλώσσας, όπως και όλοι αυτοί που ενθάρρυναν τους συμμετέχοντες, μέχρι και 6 ώρες αργότερα, σε μία περίεργη συνάντηση μεταξύ προσπάθειας και χαλαρής βόλτας.

Και είναι αλήθεια ότι ήταν μια συγκινητική γιορτή: για τους πρώτους –όλοι από την Κένυα παρεπιπτόντως- που τερμάτιζαν ενώ εμείς μόλις είχαμε ξεκινήσει, για τους γονείς που έτρεχαν παρέα με τα παιδιά τους, για την 65χρόνη που περίμενε υπομονετικά πότε θα περάσει ο σύζυγος για να τον χειροκροτήσει, για τον από χειρός ανάπηρο με τα πατίνια, για όλους όσοι έκαναν την προσπάθεια –και τη θυσία στην ουσία- να ξυπνήσουν τα ξημερώματα μιας Κυριακής, για τα χαμόγελα και την γενική εφορία που δεν έλειψαν από κανένα.
Και τέλος, για εκείνο το αίσθημα ξεκούρασης και ικανοποίησης συνδυασμένο με ένα βασιλικό πρωινό, ξεροψημένο ψωμί με φρεσκοτριμμένη ντομάτα και ελαιόλαδο Ανδαλουσίας κάτω από τον ήλιο της Μαδρίτης.

viernes, 9 de abril de 2010

Paseando con Jamba


Άνοιξε και ο καιρός και αυτές τις διακοπές αποφάσισα να τις περάσω στην πρωτεύουσα. Σε πάρκα, σε πλατείες, σε μουσεία, στους πεζοδρόμους, στα περίχωρα. Εξάλλου θα είχα και όμορφη παρέα, τη Jamba, μαύρη, λεπτή, αεικίνητη (ή έτσι πίστευα), υπάκουη και κυρίως βολική όσο κανένα άλλο σκυλί που γνωρίζω. Εξάλλου μαζί της μπορώ να παω σχεδόν παντού, ακόμη και να πάρω το τρένο, είτε να δω μια έκθεση. Απαραίτητα μόνο η αλυσίδα της, η μαύρη σακούλα εν είδει γαντιού για την περισυλλογή και το τόπι της...και είναι αλήθεια οτι μαζί της πέρασα πιο τουριστικά κι από ποτέ...είναι κάτι σαν τα μωράκια, όλος ο κόσμος σου μιλάει, σου διηγείται καμια ιστορία, σε κοιτάζει, σε πλησιάζει, χαϊδεύει, γελάει, ακόμη ακόμη μερικές φορές σε κερνάει και τσιγάρο (μεγάλη απλοχεριά μια τέτοια κίνηση σ’ αυτόν τον τόπο). Και η Jamba σε ανταμοίβει με μοναδικό τρόπο, μόνο εκείνη τον ξέρει, και μουγκρίζει ευτυχισμένη όταν γυρίζει σπίτι και χώνεται στο κρεβατάκι της να ξεκουραστεί. Και είναι αλήθεια ότι το μεγαλύτερο μουσείο της Μαδρίτης είναι εκείνο το ζωντανό και αρκεί μόνο μια βόλτα ήσυχη, χωρίς βιασύνες, για να το ανακαλύψεις.
Από τις καλύτερες στιγμές εκείνη της περιφοράς του επιταφίου ή κάτι παρόμοιου σε μια ίσως πιο συντηρητική πλευρά με το κλασικό κοινό (ξέρετε, εκείνο που κατέβηκε και στη διαδήλωση για τις ταυτότητες εκείνο τον καιρό στην Ελλάδα) μπλεγμένο με γιορτινές νότες και δύο στενά παρακάτω, σε μία μάλλον πιο ανοιχτή γειτονιά, περνούσε από τη μπίρα στο βαρύ αλκοοόλ μια παρωδία με την εκδοχή της transexual παναγίας να θρηνεί τον macho υιό της υπό τους ήχους της house χορωδίας και των επτά χρωμάτων.

miércoles, 24 de marzo de 2010

Metamorfosis


Χθες διάβασα στην εφημερίδα τα στατιστικά σχετικά με τον τουρισμό στη Μαδρίτη κι εκείνο που με παραξένεψε είναι ότι υποδεχόμαστε περισσότερους τουρίστες απ’ ότι η Βαρκελώνη, που περπατάς στο κέντρο και είναι σαν να συνεχίζει το παγκόσμιο forum όλο το χρόνο όλες τις εποχές, που για να ακούσεις ισπανικά ή καταλανικά πρέπει να μπεις σε κάποιο κιτς μπαρ, που για να βρεις κάτοικο διαμένοντα πάνω από ένα έτος πρέπει να βγεις στα περίχωρα...Κι αν βρίσκομαι εδώ που βρίσκομαι είναι γιατί δε φοβόμουν ότι θα παραμείνω ξένος, ήξερα ότι ο κόσμος θα με ενσωμάτωνε μέ ένα μοναδικό τρόπο, που όλοι θα με κοιτάνε με απορία όταν διηγούμαι ότι δεν είμαι ντόπιος, που κανέναν δεν θα τον ενδιάφερε γιατί είμαι εδώ, απλά μόνο το ότι είμαι εδώ...
Αλήθεια, τι είναι αυτό πλέον που τραβάει τόσο τουρισμό η πόλη; Ότι είναι πρωτεύουσα; Ότι έχει τρία πολύ αξιόλογα μουσεία; Ότι είναι προσβάσιμη και φιλική; Ότι συνδυάζει το mainstream με το underground, το γοτθικό με το ρομαντικό, το hi-tech με το decadence στην ίδια γειτονιά; Γιατί δεν υπάρχει αντίφαση πιο γοητευτική είναι η αλήθεια: ένα γραβατωμένο κοστούμι Armani που το απόγευμα φοράει sneakers και κουβαλάει τη ρακέτα του paddle για να καταλήξει με κόκκινο κραγιόν και σκισμένο καλτσόν σέρνοντας ένα ανθρωποειδές τριχωτό τετράποδο σε αλυσίδα. Γιατί αυτό είναι η Μαδρίτη, μία συνεχής μεταμόρφωση σε μόλις ένα 24ωρο ακριβώς έξω από την πόρτα του σπιτιού σου.

martes, 2 de marzo de 2010

Finde Futbolista



Βρέθηκα σε ένα κατάμεστο γήπεδο, με μία κερκίδα όπως πάντα στο πέταλο να χορεύει ρυθμικά και να φωνάζει με φορητά μεγάφωνα, οι υπόλοιποι, άντρες και γυναίκες ήσυχοι στις θέσεις τους, με τα σποράκια, τα σαντουιτσάκια τυλιγμένα στα αλουμινόχαρτα για το διάλειμμα, ήταν και κοντά η ώρα του δείπνου, κανα μπαφάκι να περάσει και η ώρα πιο χαλαρά, ακόμη και με κουβέρτες μερικοί, και δεν ήταν λίγοι όλοι τους, κοντά 50.000. Η ατμόσφαιρα έπρεπε να ζεσταθεί πριν το ματς, με δυο τρεις μπίρες, φάσεις και σχόλια από τους απογευματινούς αγώνες, με φάτσες που νομίζεις ότι τις βλέπεις σε κάθε γήπεδο (ναι, αυτές που το λιγότερο που φοράνε είναι το τρίχρωμο κασκόλ, τους λείπουν κανα δυο δόντια και ίσως και καμιά καλή ουλή στο μάγουλο κτλ). Και με αυτά και με εκείνα, μπαίνοντας στο γήπεδο είχες την αίσθηση ότι μπήκες σε κάποια σικ συναυλία.

Ο διαιτητής έκανε τα πάντα για να μας εκνευρίσει, ωστόσο μόνο ένα μπουκάλι νερού πετάχτηκε στον αγωνιστικό χώρο, ούτε το αντίπαλο γκολ κατάφερε να εξαγριώσει τα πλήθη, ούτε ένας αναπτήρας, ένα κέρμα, κάτι, δε ζήτησα φωτοβολίδες, αλλά να, μια αναστάτωση, ένα τζέρτζελο, να τσινηθούμε λίγο περισσότερο, να ξεδώσω ήρθα, αλλιώς καθόμουν στον καναπέ του σπιτιού μου και έβριζα. Ούτε καν εκείνες οι κλασικές φάτσες δεν τόλμησαν. Κι ας μου έκανε κάπως περίεργο η έλλειψη κιγλιδώματος, λίγο ακόμη και θα χάιδευα τα μαλλάκια του Cun εκεί στον πάγκο. Τέτοια οικειότητα και τέτοια καλοσύνη. Ως και το χειρότερο που ακούστηκε για τον διαιτητή ήταν το «παλιάτσος»! Και δε μπορώ να πω, πέτυχα σε καλό ματσάκι, αλλά τόση φασαρία, τόση ταλαιπωρία, καλύτερα και πάλι το λέω στον καναπέ, θα έβλεπα και τις επαναλήψεις σε αμφισβητούμενες φάσεις και γκολ, θα έπινα και μια μπίρα που θα μου επιτρεπόταν, θα κρύωνα λιγότερο...


Το προχθεσινό ντέρμπι Real – Atleti των 15χρονων είχε περισσότερο νεύρο, μικρή κερκίδα αλλά φανατική, διασκεδαστικό όσο δεν πάει, και εκεί παιζόταν και το μέλλον τους, είχε όσο να πείς την αγωνία στο full, έκανες και το κομμάτι σου με τα γυαλιά ηλίου και το μπλοκάκι υπο μάλης…Και νομίζω εκεί θα επιστρέψω, στο χαβάλε του μικρού, ίσως και της παλιάς αλάνας.


υγ. απλή υπενθύμιση για το μαρτίτσι από σήμερα, μην μας κάψει ο ήλιος...κυρίως για όσους πάμε για σκι


martes, 16 de febrero de 2010

Βροχή σαν...ποντς

‘Εχει μία απαίσια μέρα σήμερα, όπως και χθες, από το πρωί: βροχή και πάλι βροχή, ίσως και χιόνι υγρό κατά διαστήματα, να μυξοστάζει η μύτη σου, να περνάνε οι χοντρές σταγόνες που πέφτουν από τα στενά μπαλκόνια μέσα από το σκούφο σου, να ανατριχιάζεις και να συγχύζεσαι χειρότερα, να πέφτεις μέσα στις λακούβες και να βγαίνεις λασπωμένος, σίγουρα υπάρχουν και χειρότερα, αλλά δε με ενδιαφέρουν ούτε εκείνα ούτε τα τωρινά μου. Γιατί είναι απλά όμορφο όλο αυτό όταν περπατάτε μαζί, ερωτευμένος, ακόμη και στις 4 το ξημέρωμα στην έρημη πόλη, γιατί είναι εξίσου όμορφο να έρχεται η πρώτη σου επαγγελματική επιτυχία και ας οργιάζει ο τόπος, γιατί μερικές φορές εύχεσαι να τα ζεις όλα αυτά όταν κάνει μία τέτοια “απαίσια” μέρα γιατί ξέρεις ότι την επόμενη φορά δεν θα είναι και τόσο απαίσια, θα έχει ζεστάνει και γλυκάνει, όπως το ποντς της γιαγιάς μου, σε κείνο το μπρικάκι το μπακιρτζίδικο, ίσα-ίσα πριν αρπάξει φωτιά αλλά γλυκόπιοτο, και κάθε φορά μου καθάριζε τα εντός μου, ή τουλάχιστον έτσι ένιωθα, όπως και τώρα τούτη η ασταμάτητη νεροποντή.

martes, 9 de febrero de 2010

Ilusión del mercado


Σήμερα πέρασα μπροστά από την λαϊκή και είδα πως ξεφορτώνονται τα κολοκυθάκια και τα πράσα, ή μάλλον τα φρέσκα κρεμμυδάκια, δεν πολυπρόσεξα κιόλας. Και ύστερα, την ψαραγορά, υπήρχαν και αρκετά καφάσια γεμάτα με θρυμματισμένο πάγο και ξεψυχισμένα ψάρια, κυρίως μεγάλα, μύριζαν και φουρτουνιασμένη θάλασσα και μου φάνηκε περίεργο στο μέσο της meseta να αισθάνομαι αυτή η ατλαντική μπόρα. Και θυμήθηκα εκείνο το κρυμμένο στα δέντρα χωριό, κρεμασμένο στα βάσκικα βράχια που κάθε του μπαλκόνι εκτίθεται στο βοριά και κάθε του παράθυρο χάσκει στο λιμανάκι, μια προκυμαία μεγάλη όλο κι όλο, και μικρά ψαροκάικα να λικνίζονται, και την μανία της κάθε σταγόνας κόντρα στη δική μου βιτρίνα. Στο χωριό δεν περπατούσε κανείς, εκεί κάτω είχε μια κίνηση, κίτρινα πλαστικά ανθρωπάκια, ξεφόρτωμα πραμάτιας, και τα σύννεφα συνέχιζαν να παίζουν στον ορίζοντα. Και όντως μου μύριζε περίεργα η αλμύρα, ήταν διαφορετική, πιο ψυχρή ίσως. Και νόστιμη. Μέχρι που ξεχάστηκα και πλέον έβλεπα τα σπίτια ανάποδα, από κάτω προς τα πάνω, και στην πλάτη μου είχα όλη την ανοιχτή θάλασσα, ταραγμένη, σε αντίθεση με το βλέμμα μου, και πέρα από τη βροχή από ψηλά, έσταζε και άλλη μία μικρότερη, γύρω μου, από τα μαλλιά και την ζακέτα. Και αισθάνθηκα ένα γαλήνιο ξέσπασμα, και κρύο, και ότι κανείς δεν μπορεί να με δεί. Και τότε αναζήτησα το κορίτσι, όπως και τώρα, δέκα βήματα απομακρυσμένος από την ψαραγορά. Και θα κούρνιαζα μέχρι να πετάξω από τη γέφυρα, μέχρι δηλαδή να περάσω την πόρτα του γραφείου και να προσγειωθώ...

lunes, 8 de febrero de 2010

Μας παρέσυρε το ρέμα


Λίγο οι διακοπές στα χιονισμένα βουνά, λίγο ο φόρτος εργασίας στο καπάκι, λίγο οι αυξημένες μπλοκαρισμένες σελίδες στο δουλειά, λίγο ο μουντός καιρός, όλα μαζί είχαν σαν αποτέλεσμα μια μετρημένη αποτοξίνωση από το δίκτυο. Και έτσι χάθηκα. Διαπίστωσα ότι δεν έχω επαρκή ενημέρωση, ότι κλείστηκα περισσότερο σε μένα, ότι μου έλειψαν τα χρώματα, πάλι καλά που δεν έχω και φάρμα γιατί θα είχα αποτύχει, έβαλα μόνο τη μουσική μου και ό,τι είχα κατεβάσει τον τελευταιό καιρό να παίζει διαρκώς.
Και αν και προσπάθησα να αποφύγω τα συνήθη ακούσματα του Σαββάτου, φαίνεται ότι μου ήταν αδύνατον, όχι τόσο επειδή δεν τα θέλει το αυτί μου, αλλά μάλλον γιατί τα είχα συνηθίσει: electropop 70s, indie 90s, disco 80s… Και έφερνα μπροστά μου όλες τις vintage φιγούρες του καιρού, ακόμη και μυρωδιές, σαν να περνούσα μέσα από τα παζαράκια της Brick Lane, για να καταλήξω να βλέπω εκείνη την καρδιά με την κλασική γραμματοσειρά συνδυασμένη με όλες τις alternative μητροπόλεις: I love Berlin, NY, London…’Οχι, η Madrid νομίζω δεν θα υπήρχε, μάλλον γιατί το έχουν περάσει ύπουλα, βοήθησε κα το Η&Μ, και το γνωστό rastro, τόσα παζαράκια πήραν τα πάνω τους μετά το νεοχίπικο ρεύμα, πλέον δεν το βρίσκεις μαζεμένο σε κανά δυο στέκια με βιζόν και μουστάκια αλλά διάσπαρτο, στο βρώμικο bar της γειτονιάς, στην υπόγεια fiesta, στο chic gin club, στο γυμναστήριο, στο pilates, ακόμη και στους πολυκινηματογράφους.
Και εκτός από τα συνηθισμένα, υπήρξαν και μερικά διαμαντάκια σε τόσα megabytes… απλά μόλις μάθω που μπορούμε να ακούσουμε mordant music ή new puritans θα σπεύσω να ενημερώσω. Προς το παρόν –το αναγνωρίζω με κάποια ίχνη ντροπής- περιμένω το 3 words σε κάποια πίστα με led φωτάκια και τα τερατάκια του invader να χορεύουν...