lunes, 21 de diciembre de 2009

Desayuno Prenavideño

Σήμερα και μετά από ένα παγωμένο πσκ στο οποίο δεν έλειπαν από κανένα εστιατόριο και από κανένα bar οι fiestas de navidad, cenas y comidas de amigos y empresas (συνήθεια τόσο κοινή που μέχρι και στις συλλογικές συμβάσεις εργασίας υπάρχει σχετική ρήτρα!) ήρθε και το χιόνι πρωί-πρωί για να μας κάνει δυσκολότερη ακόμη μία Δευτέρα –και μάλιστα προ Χριστουγέννων- στη δουλειά. Το σκηνικό αλλάζει μόνο και μόνο από το γεγονός ότι όλοι περπατάμε με το κεφάλι σκυμμένο, να βλέπουμε που πατούμε (και συνειδητοποιώντας πόσοι δεν φρόντισαν να μαζέψουν την τουαλέτα του κάθε σκύλου που βολτάρει πρωινιάτικα) το πολύ να φτάσει το βλέμμα μας μέχρι το ύψος του αγκώνα, για να ξέρουμε από πού θα πιαστούμε σε περίπτωση κάποιας καλής ξεσυγυρισμένης.

Και επειδή σήμερα το πρόγραμμα έλεγε πέρασμα από την πισίνα και ...α, να θυμηθώ να πάρω και τις orejeras (αυτή την λέξη την αγνοώ στην ελληνική, είναι εκείνα τα διακριτικά θεωρητικά αλλά στιλάτα πάντα που περνάς πίσω από το λαιμό και καλυπτούν τα αυτιά σου απο το κρύο) που τόσο πολύ φοριούνται τώρα με το κρύο σε όλη την πρωτεύουσα, τελοσπάντων, αποφάσισα να πάρω το πρωινό μου στο bar της γειτονιάς, για να έχω δυνάμεις μέχρι το μεσημεριανό διάλλειμμα και το πρόσθιο που θα το συνοδεύσει. Είναι κάτι που συνηθίζεται εξάλλου, αν και με την κρίση, είχα παρατηρήσει ότι είχε κόψει και η κλασική πελατεία.

Είναι που μπαίνω και βρίσκονται ήδη στη μπάρα οι δύο θυρωροί για τον καφέ τους πριν πιάσουν τη σκούπα (ειδικά σήμερα και το φτυάρι για το χιόνι) παρέα με τον γυμναστή του μικρού συνοικιακού γυμναστηρίου. Μην φανταστείτε βέβαια street minimal bar ή εκλεπτυσμένα muffins με capuchino και σχέδιο στο αφρόγαλα: το πάτωμα είναι ήδη γεμάτο γόπες, χαρτοπετσέτες και οδοντογλυφίδες και οι κιτς γυαλινες προθήκες του 80 καλύπτουν το μισό της μπάρας, άδειες ακόμη. Παίρνω θέση ακριβώς απέναντι απο την πόρτα της κουζίνας, η καλή κυριούλα έχει βάλει ήδη να τηγανίζει tortillas, γυρίζω προφίλ για να βλέπω και την πρωινή ενημερωτική εκπομπή αλλά και όλους τους υπόλοιπους καθήμενους στη σειρά, σου δίνει λιγότερο την αίσθηση της μοναξιάς, ειδικά όταν ανταλλάσεις καλημέρες με όλους. Σε λίγο θα έρθει και ο υδραυλικός, και η κυρία δικηγορίνα με τη γούνα της να μας πει πώς πέρασε το σαββατοκύριακο με το εγγονάκι της, και οι δύο suited 30άρηδες που αρέσκονται να λένε αστειάκια στα αγγλικά και κυριώς στην ρουμάνα που βρίσκεται πίσω από τη μπάρα και σερβίρει τους καφέδες, άσχετο αν τους καταλαβαίνει, εκείνη πάντα ψευτοθυμώνει. Και είναι γάτα, πάντα μου φέρνει τον καφέ στη θερμοκρασία που τον χρειάζομαι, ανάλογα με το τι δείχνει το θερμόμετρο έξω, αυτό ναι, απλός καφές σε χαμηλό ποτήρι του νερού και ρίχνει απο δύο κανάτες κρύο και ζεστό γάλα (και το καλοκαίρι, για δροσιά, απλά τον αναποδογυρίζω σε άλλο ποτήρι, του ουίσκι, μαζί με πάγο!) . Και ετοιμάζει το pan tumaca μου, με μπόλικη ντομάτα και ελαιόλαδο. Έχει και churros και porras, και ακόμη καλύτερα, κρουασάν a la plancha, για να λιώνει το βουτυράκι αμέσως. Νάτος και ο κυριούλης που πίνει carajillo (μισή δόση καφές και μισή δόση «τσίπουρο») που την ώρα που θα ετοιμάζομαι να φύγω θα έχει ήδη αρχίσει να παίζει φρουτάκια.

Καπνίζω ένα τσιγάρο και κοιτάζω γύρω μου το μακρόστενο χώρο, και δη τον τοίχο: μια φωτογραφία με όλη την οικογένεια, από 80 μέχρι 8 χρονών, ένα κασκόλ της Atletico, μια αφίσα του 90, σε κάδρο, με τις 52 ράτσες –μόνο στην Castilla La Mancha- ταύρων, εικονογραφημένες όλες, ένας πίνακας με σημειωμένα με κιμωλία τα στοιχήματα των πελατών, μια κρεμάστρα, ένα κομμένο εξώφυλλο αθλητικής εφημερίδας με τους οπαδούς σε πρώτο πλάνο, μία φωτοτυπία Α4 που μας ενημερώνει ότι απαγορεύεται η χρήση ψυχοτρόπων ουσιών στο κατάστημα και τέλος το πρόγραμμα με τις αγωνιστικές όλων των ταυρομαχιών στην πόλη και στα περίχωρα.
Βγαίνω και συνειδητοποιώ ευχάριστα ότι αυτά τα μικρά συμβαίνουν στο κέντρο της Ισπανίας, σε μια από τις πιο ευκατάστατες γειτονιές της πρωτεύουσας, που φαίνεται να κυλούν με ρυθμούς αργούς, όπως τότε που μόνο μέσα από διηγήσεις τα έχεις υποψιαστεί.

lunes, 14 de diciembre de 2009

Η πάντα επίκαιρη Ευλαμπία


Ευτυχώς για κάποιους το να βρεθούν αντιμέτωποι με το σύστημα υγείας του ΙΚΑ μπορεί και παραμένει ένα απλό φανταστικό σενάριο. Δυστυχώς, όμως, για κάποιους από αυτούς τους «τυχερούς», τους έκατσε λαχείο για το σύστημα του αντίστοιχου ισπανικού φορέα. Όχι ότι τα πράγματα βρίσκονται σε καλύτερη μοίρα, σχετικά με τις περιβόητες αναρρωτικές κτλ κτλ αλλά κάτι ακόμη χειρότερα σε αποθαρρύνει: πέραν του ότι πρέπει να χρησιμοποιήσεις την ακριβή ορολογία για να μην χάνουν το χρόνο τους οι γιατροί του ΙΚΑ (γιατί άλλο πράγμα το πιάσιμο, άλλο η κράμπα και άλλο το τράβηγμα μυών, για να μη μιλήσω για θλάση! Ουφ, πρέπει να είμαι ακριβολόγος), ωστόσο το να θέλεις να βρεις το δίκιο σου και να βρίζεις σε μία ξένη γλώσσα δεν είναι και το ευκολότερο σημειολογικό εμπόδιο που πρέπει να ξεπεράσεις, ειδικά όταν αυτό πρέπει να γίνει «κομψά».

Και καλά, εδώ και κάποια χρόνια που είμαι μόνιμος κάτοικος σε μία γειτονιά μου έχουν υποδείξει και την προσωπική μου γιατρό, πράγμα που πρέπει να θεωρήσω τύχη, αλλά δεν καταλαβαίνω γιατί κάθε φορά που την επισκέπτομαι πρέπει να της θυμίζω ποιος είμαι και τι ιστορικό έχω περάσει. Λογικό, θα πείτε, αν είναι και κάποιας ηλικίας ακόμη περισσότερο. Τι φταίω όμως, όντας μυξομένος σε όλη τη μάπα με το θερμόμετρο να αγγίζει σαραντάρια, κασκόλ μέχρι τα αφτιά και οχτώ στρώσεις από ρούχα να της επαναλαμβάνω κάθε δύο μέρες ότι έχω την γνωστή μοδάτη γρίπη του καιρού μας και ότι θέλω κι άλλη και ξανά κι άλλη αναρρωτική και εκεινή να με κοιτάζει κάθε φορά με το ίδιο ηλίθιο εξεταστικό βλέμμα σαν να πηγαίνω πρώτη φορά –όχι, κα γιατρέ μου, ήρθα και χθες και προχθές (βήχας και ξανά βήχας), και αντιπροχθές (ζαλάδα μαστούρας από τις παραθεταμόλες) στα επείγοντα και θα έρθω και μεθαύριο (ρουφάω τις μισοξεραμένες μύξες μου) για να δικαιολογώ την απουσία μου στη δουλειά. Με κοιτάζει, χωρίς να με εξετάζει, για να δει αν όντως είναι αλήθεια ή απλά έχω hangover και θέλω να την εξαπατήσω. ‘Εχω σχεδόν παραιτηθεί όταν διαπιστώνω ότι εκείνο που της τράβηξε περισσότερο την προσοχή είναι ένα μαύρο στίγμα στο κούτελο μου που μάταια προσπαθούσα να βγάλω πριν μια εμβομάδα. Ακόμη εκεί βρίσκεται κι αυτό το τιμημένο;;;

Αυτό ήταν, παραιτούμαι, προτιμώ να χάσω αυτές τις μέρες από το μισθό μου, ακόμη και τη δουλειά μου αλλά σας παρακαλώ, μη με βάζετε σε αυτή τη διαδικασία. Και όχι τίποτε άλλο, απλά τώρα τα είχε και όλα στρωμένα όπως κοιμήθηκα. Γιατί αν μιλούσα για κάποια χρόνια νωρίτερα, νέος στο σύστημα και δή περιορισμένων δικαιωμάτων όπως αυθαίρετα μου δήλωναν για τον απλούστατο λόγο βαριέμαι-να-κάνω-τη-δουλειά-μου, μπορεί και να είχα αφεθεί σε κλίνην αιωνίαν. Παρολαυτά, αυτή τη φορά μού έκατσε να την εξαπατήσω, και είχε και ένα λαμπρότατο ήλιο, ότι πρέπει να πρωινές βόλτες στον πεζόδρομο, μαζί και με το σημερινό χιόνι που έπεφτε αραιό μέχρι την τελευταία γουλιά του καφέ μου.

jueves, 22 de octubre de 2009

Ένα salsiki χωρίς φράουλες παρακαλώ


Μερικές φορές είναι κάπως δύσκολο να συμβιβαστείς και να αλλάξεις συνήθειες-θεσμούς. ‘Αλλες πάλι σου είναι λιγότερο επίπονο ή και εντελώς αδιάφορο.

Δεν ξέρω αν θέλω να αναφερθώ σε κάτι συγκεκριμένο, ούτε να πω ψέματα ότι δεν μου έχει λείψει ένα ζεστό capuchino (ισπανιστί με την κλασική ελληνική προφορά), με εκείνη την υπέροχη κρέμα -από το γάλα μακράς διαρκείας αν δεν κάνω λάθος, αν και τώρα τελευταία υπάρχουν αυτά και δεν τα πολυκατέχω- ακόμη και τα σχεδιάκια που κάνει ο κάθε επίδοξος νικητής του διαγωνισμού της nescafe. Πάντως, όχι οτι στην Ελλάδα δεν συμβαίνει, αλλά το βέβαιο είναι ότι του ντόπιου δύσκολα του αλλάζεις συνήθειες.

‘Οσο και αν προσπαθήσεις να τον πείσεις ότι ένα ποτήρι γάλα είναι προτιμότερο να το πίνεις άσπρο και όχι με colacao, ότι το κατεψυγμένο ψάρι δεν είναι το ίδιο με το φρέσκο, πόσο μάλλον το ψιλοκομμένο κρεμμύδι, ότι το τηγάνι έστω και με λίγο λάδι δεν κάνει το φαγητό μάς λιγότερο τηγανιτό, ούτε σίγουρα ψητό...και αυτό για να μιλήσω μόνο για διατροφικές συνήθειες. Με αφορμή βέβαια το περιβόητο τζατζίκι (salsiki στα ισπανικά, ελλείψει του «τζ» και χάριν ευκολίας): που να φανταστώ ο κακόμοιρος ότι στην απλή συνταγή, στην κατηγορία υλικά, παρά το γεγονός οτι υπογράμμισα και τη λέξη griego οταν έγραφα yogur griego (είναι το στραγγιστό που ονομάζεται –τιμητικά;- ελληνικό γιαούρτι), , από φόβο μήπως ψωνίσουν το κανονικό, εκείνο το ημινερουλό/κρεμώδες με την υπόγλυκη γεύση, ωστόσο μου διέφυγε μια λεπτομέρεια, το διαπίστωσα στην δοκιμή, αν και με είχαν προειδοποιήσει ότι μάλλον κάτι δεν πήγαινε καλά...

Δεν έβαλα έστω εντός παρένθεσης ότι αναφέρομαι σε γιαούρτι χωρίς ζάχαρη. Πάλι καλά που αντί για αγγουράκι δεν είχε φράουλες δηλαδή! Γιατί, όσο κανονικό και αν ονομάζεται το γιαούρτι, επιβάλλεται η προσθήκη ζάχαρης, κατα προτίμηση ακατέργαστης, δημητριακών, μπισκότων, μούρων και βατομούρων και ούτω το καθεξής. Τουλάχιστον τώρα έμαθα. Και αποφεύγω να με βλέπουν να ρίχνω γιαούρτι στη σαλάτα μου, συνηθίζω να λέω οτι πρόκειται για τόνους μαγιονέζας και τόσο ικανοποιούνται!

martes, 13 de octubre de 2009

Rodchenko y Popova


Και να που μετά από αρκετό καιρό επιστρέφω να συμπληρώσω σελίδες σε αυτό το blog και να το γεμίσω με μισομίζερες φωτογραφίες και αρκετές ανούσιες λέξεις. Κι αυτό γιατί σήμερα, εκτός από την «μπαλάντα του κοριτσιού και του πουλιού» σχεδόν τίποτε παραπάνω δεν φτάνει στα αυτιά μου. Δεν δουλεύει και ο κεντρικός server. Ίσως να φταίει και η επιστροφή από το falso puente που κάνει την ημέρα αρκετά ήσυχη και υποτονική. Αν και ξημέρωσε όμορφα, με ψύχρα και κάποια υγρασία.

Και σας να περίμεναν όλοι να περάσει αυτή η Δευτέρα, ξεφύτρωσαν οι πρεμιέρες σε θέατρα και σάλες, τα εγκαίνια σε εκθέσεις και μουσεία, οι προσκλήσεις σε gala και οι πόζες στα fotocol. Οπως και στην Αθήνα, αν δεν απατώμαι, ακριβώς μόλις έκλεισαν τα παλιομοδίτικα πολιτικά περίπτερα και ξεψύχησαν τα ηχεία των μεγαβάτ στο Σύνταγμα. Δεν θα σταθώ στην -καθώς φαίνεται αξιόλογη- νέα ταινία του Amenábar, ούτε στην τελευταία έντονη κινητικότητα στο χώρο του σύγχρονου χορού, αλλά σε μία έκθεση που εγκαινιάζεται σε μία εβδομάδα στο γνωστό Reina Sofía, αφιερωμένη στους ρώσους construccionistas, ή μάλλον στα παρασκήνια αυτής.

‘Εργα για αυτή την έκθεση καταφθάνουν από παντού, είτε με τη συνοδεία ανθρώπων των μουσειών είτε με τις γνωστές υπερασφαλείς μεταφορικές. Και κυρίως από την Tate Modern του Λονδίνου. Αλλά δεν είναι η μόνη. Με αρκετά αξιόλογα θέματα συμμετέχει και το Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης της Θεσσαλονίκης. Και με τι αγωνία ανοίγεις την κάθε κούτα και το κάθε κιβώτιο για να δεις ποιον θασαυρό κρύβουν: με τον κατάλογο στο χέρι, τους κωδικούς, αντιστοιχίες, έλεγχοι, διπλοέλεγχοι... οργανώνεται σιγά σιγά η έκθεση για να είναι όλα τέλεια την ημέρα που αχόρταγα θα την τρώνε τα μάτια αρχικά των frikis και μετά των υπολοίπων επισκεπτών, αδιάφορων, περαστικών ή τουριστών.

Εδώ ανοίγει η παρένθεση της αιχμής, καθώς ο κατάλογος του ΜΣΤΘ είναι μάλλον ο μόνος που δε συνοδεύειται με τις αντίστοιχες φωτογραφίες, δίχως κωδικούς, με λειψές περιγραφές. Κάτι που δεν προσδίδει αναγκαστικά πλημμελή εργασία, αλλά σίγουρα ατελή, μη ακριβή, καμιά φορά βαριεστημένη. Και σίγουρα υποβάλλει σε ένα διπλό φόρτο τους ανθρώπους της οργάνωσης.

‘Οπως και να ‘χει, όλα θα είναι έτοιμα στις 21 του μηνός. Και για τρεις μήνες. Για όποιον ενδιαφέρεται να κάνει μία βόλτα, τόσο συμβατική όσο εικονική, εδώ θα βρεί περισσότερα.
http://www.museoreinasofia.es/exposiciones/2009/rodchenko-popova_en.html

martes, 28 de julio de 2009

Pisci vs Catamarán


Το καλοκαίρι στη Madrid συνήθως χαρακτηρίζεται από αρκετή ζέστη, θερμοκρασίες που ξεπερνούν τους 33-34 βαθμούς την ημέρα, γενικά ξηρές ημερές και σπανιώς υγρές (που είναι και πιο ανυπόφορες). Μέσα σε αυτούς τους τρεις μήνες καμίνι αναδεικνύεται ένα άλλο πρόσωπο των κατοίκων τους: εξαφανίζονται οι συνήθεις ύποπτοι και εμφανίζονται νέες φιγούρες επί σκηνής.

Οι πρώτοι γιατί τις καθημερινές (πλέον σχεδόν όλοι έχουμε ξεκινήσει jornada intensiva και έχουμε άφθονο ελεύθερο χρόνο τα απογεύματα) αποσύρονται στις ιδιωτικές πισίνες που κάθε urbanización διαθέτει για τους ενοίκους και τους φίλους τους, ενώ από την Παρασκευή το μεσημέρι φεύγουν για τις μαδριλένικες «αποικίες», κατα βάση στις μεσογειακές ακτές και λιγότερο στις παραλίες του ατλαντικού με τα κρύα νερά και τις απότομες αλλαγές του καιρού. Υπάρχουν και οι ευκαιρίες για Ibiza και Mallorca, κανένα party έκπληξη σε κάποια ημιδιάσημη βίλα, σε κάποιο catamarán, πάντα τα νέα κυκλοφορούν εντός εβδομάδος από στόμα σε στόμα και πάντα κάτι θα προκύψει, κάποιος θα σε καλέσει, κάπως θα κολλήσεις κι εσύ.

Οι δεύτερη κατηγορία είναι αυτή που περνάει όλη την ημέρα και όλη την εβδομάδα στην δημοτική πισίνα, μαζεύει άφθονο ήλιο, δροσίζεται με εκείνο το ψεκαστήρι νερού και αν είναι πάνω απο 30 ετών σπανίως βουτάει απαρτίζεται από διάφορες «αστικές φυλές», και γι’ αυτό την κάνει αρκετά ετερόκλιτη: άνθρωποι μόνοι ή μοναχικοί που συνήθως το χειμώνα κρύβονται πίσω από κουρτίνες και παντζούρια (πώς γράφεται αυτο;), πενηντάρες ζωντοχήρες με λάδι και χρυσόσκονη και αδιάβροχη μάσκαρα (πάντα topless), περουβιανές πολυπληθείς οικογένειες με όλα τα σύνεργα του πικ νικ, εικοσάρηδες με κασετόφωνο να παίζει ραπ και μαγιό που καλύπτει το μισό κώλο αλλα φτάνει μέχρι τον αστράγαλο, ζαβούς, αλλά πολλούς ζαβούς, δηλαδή, δεν είναι απίθανο να δείτε κάποιον σαραντάρη να τσαλαβουτάει στην παιδική πισίνα ή να σκάει στο νερό στυλ «βόμπα» και να το καταδιασκεδάζει, κάποιον να περπατάει πάνω κάτω και γύρω σου (!) για μισή ώρα, να παίζεις φυσοκαλαμάκια αλλά να είσαι 35 πλέον, να χαζεύεις την επίδοξη beyoncé να σου κάνει χορευτικά τερτίπια....

Μα καλά –αναρωτιέμαι- πού κρυβόταν όλος αυτός ο κόσμος τόσους μήνες και τόσο καλά;;; Γιατί μέχρι αυτό το σημείο είχα αρκετούς ενδοιασμούς σχετικά με τη fiesta στο catamarán (τόσες ώρες δρόμος, πολύ glamour, τόσα έξοδα, στήσιμο, φωτογραφίες κτλ κτλ) αλλά μία μέρα στη δημοτική πισίνα ήταν αρκετή για να μου τους διαλύσει χωρίς αμφοβολία...όχι ότι στο catamarán δεν έχει ζαβούς, απλά τουλάχιστον είναι πιο κομψοί και πιο σικάτοι.

Και μέσα σε όλα αυτά, ευτυχώς πλησιάζουν και οι μέρες για να φύγω κι εγώ καποιες περισσότερες μέρες, όπως οι περισσότεροι σιγά σιγά, ήδη η πόλη αριθμεί ένα εκατομμύριο λιγότερους κατοίκους και αυτό φαίνεται κάθε λέπτο που τη διασχίζεις.

viernes, 17 de julio de 2009

Pirineos Sur


Κάπου κρυμμένο ανάμεσα σε βουνοκορφές και δάση, στην κοιλάδα Tena, ακριβώς στη μέση της οροσειράς των Πυρηναίων, εκεί που η καστιλιάνικη γλώσσα εισέβαλε μεταξύ της καταλανικής και της βασκικής, ακούμπησε τη γαλλική και εξελίχθηκε στη διάλεκτο fabla, βρίσκεται ένα μικρό ημι-ερειπωμένο χωριό, ονόματι Lanuza (=Λανούθα), που προσπαθεί να αναγεννηθεί, τουλάχιστον το καλοκαίρι. Ο κόσμος του αναγκάστηκε να το εγκαταλείψει λόγω της τεχνητής λίμνης που δημιουργήθηκε ακριβώς δίπλα και εν μέρει το κάλυψε, εκεί που περνούσε ο ποταμός Gállego (=Γκάγιεγο) ωστόσο αποφάσισε σιγά σιγά να του δώσει ζωή (καθώς υποχωρούν και τα νερά με τα χρόνια). Και οι 36 μόνιμοι κάτοικοί του εκεί ακριβώς, μέσα στο χωριό αλλά και δίπλα από τα τελευταία σπίτια, στήνουν κάθε Ιούλιο ένα όμορφο «πανηγύρι».

Πετούν μία πλωτή σκηνή μέσα στη λίμνη, όπου δίνονται οι συναυλίες, γεμάτες χρώματα και μουσικές ταξιδιάρικες, το κοινό στέκεται στα επικλινή ακριβώς απέναντι, μέσα στο υγρό πράσινο, άλλοτε πηγαίνουν μέχρι τα αντίσκηνά τους, στα έξω του χωριού για έναν υπνόσακο, γιατί έχει αρχίσει να πέφτει αρκετή ψύχρα, και μέχρι να ζεσταθεί η ατμόσφαιρα, αργά το βράδυ, όπου dj παίζουν ένα συνοθύλευμα από νότες που μοιάζει με κουρελού με τη συνοδεία ποτών και γεύσεων από όλον τον κόσμο.

Ωστόσο, η γιορτή δεν αρχίζει και τελειώνει το βράδυ. Μέσω το παραλίμνιου δρόμου και μιας «ρομαντικής» διαδρομής φτάνεις στο διπλανό κεφαλοχώρι, Sallent de Gállego (=Σαγιέντ Ντε Γκάγιεγο). Εκεί όντως έχουν μπερδευτεί πολλές κουλτούρες. Γεύσεις, εργαστήρια, χοροί, αρώματα, χρώματα, διαδρομές, φωτογραφίες, έθιμα, και το κυριότερο, όλες οι φυλές της γης μαζεμένες σε ένα μικρό χωριό, με τον ήχο απο τα κρύα νερά, όπως έρχονται απο τις πηγές και τα χιόνια της άνοιξης, και το θρόισμα που κατεβαίνει απο τις κορυφές των Πυρηναίων.
Το ξέρω, το χειρότερο είναι η πρόσβαση σε αυτά τα μέρη. Αλλά μόλις φτάσεις, δε θα θελήσεις να φύγεις. Σας παραθέτω και τον ιστότοπο, http://www.pirineos-sur.es/, θα βρείτε πληροφορίες για τα πάντα. Ένα φεστιβάλ από αυτά που σε εκπλήσσουν.

lunes, 13 de julio de 2009

Veraniego


Σήμερα άλλαζουμε σελίδα, μπήκαμε στο καλοκαίρι, τα αυτοκίνητα λιγοστεύουν στους δρόμους, διασχίζεις πιο άδειες πλατείες, το απογεύμα αφιερώνεται στη siesta γιατί δεν υπάρχει αρκετός αέρας να ανασάνεις, τα air condition παίρνουν φωτιά, περπατάς ξυπόλυτος, δροσίζεσαι με horchata και σκέφτεσαι μια παραλία στο Alicante, στέκεσαι δίπλα σε κάθε συντριβάνι, ξαπλώνεις στο πάρκο, κρύβεσαι απ’ τον ήλιο, ξεμυτίζεις με το φεγγάρι, μετράς τους λιγοστούς ανθρώπους, μετράς τα αστέρια, αναρωτιέσαι τι κάνεις εσύ εδώ κι έπειτα ξυπνάς ιδρωμένος, για να σε αποτελειώσει ένα παγωμένο ντους και να δεις τον ήλιο να έχει ήδη κάνει τον κύκλο του και να σε χτυπάει ανελέητα με τις ακτίνες του (ή μάλλον αχτίνες για τους αθηναίους). Καλημέρα.