martes, 2 de noviembre de 2010

Dominguero


Και ξαφνικά μαζεύτηκαν σύννεφα, σφύριζε ο αέρας από τα παράθυρα, ήρθαν οι βροχές και το κρύο του βουνού, γέμισαν οι δρόμοι φύλλα και αποφασίστηκε ένεκα των περιστάσεων ότι ήρθε το φθινόπωρο. Εξάλλου, ήταν πια καιρός, Νοέμβρης ήδη. Και κάπως έτσι ξεκινάς να το γευτείς κάπου πιο έξω από την πόλη.

‘Οχι, δεν ήταν και η καλύτερη ιδέα, ειδικά όταν ξεκινάς με το πουλοβεράκι σου γιατί βαρέθηκες να βγάλεις τα χειμωνιάτικα από το μπαουλάκι. Και έχεις ξεχάσει το αδιάβροχο, περονιάζουν αυτές οι χοντρές στάλες τα γυμνά σου σημεία. Αποζημιώνεσαι όμως με κατσικίσια παϊδάκια στα κάρβουνα και ριγανάτο χωριάτικο τυρί, σε ένα καφενείο που δεν είχαν καταφέρει να φτάσουν οι ορδές των domingueros. Είχε και σπιτικό κρασάκι, κόκκινο και άσπρο, χωρίς μεγάλη επιτυχία είναι η αλήθεια.

Και μάταια θα αναζητήσεις τις κρυφές γωνιές των μανιταριών και του κάθε μύκητα της εποχής, παρόλη τη βροχή του προηγούμενων ημερών. Απέχουμε πολύ από τους ειδικούς στην εξεύρεση βρώσιμων θησαυρών, απλά περιοριζόμαστε στη δασική βόλτα παρέα με αγριάλογα και αραιά και πού καποιο σκύλο, αστικοί όλοι τους.

‘Οσο κυκλώνουμε το βουνό και πλησιάζουμε ξανά την πρωτεύουσα, το δάσος παίρνει μία όψη πιο κομψή και πιο μακιγιαρισμένη. Η meseta φαίνεται πιο καθαρά από ποτέ και στα πόδια μας υψώνεται το επιβλητικό μοναστηριακό παλάτι εκείνων των δυνητικών σολομόντων, κείμενοι όλοι τους εκεί μέσα. Και από εκεί ψηλά φαίνονται τα πλήθη των τουριστών και των domingueros, σε σειρά, σαν τα μυρμήγκια που πηγαινοέρχονται από την τροφή στην φωλιά και τούμπαλιν. Φαίνεται σαν να μην έχεις φύγει από την πόλη, το κυριακάτικο χωριό είναι πιο ζωντανό και από τα malls, βλέπεις να παρελαύνει μπροστά σου όλη εκείνη η πανίδα που ήθελες να αποφύγεις, από φωσφορούχα πράσινα φλισάκια και κραμπόν μέχρι βιζόν και δεκάποντη γόβα, το Escorial υποδέχεται τα πάντα. Και καλοτυχίζεις την επιλογή σου να επισκεφτείς το ψηλότερο χωριό της Comunidad de Madrid, κοντά στα 1500, όσο χρειάζεται για να τρέχει μίξες οι μύτη σου, που για τους domingueros φαντάζει μάλλον υπερατλαντικό ταξίδι και αλπικές εξορμήσεις...

Και για την καλύτερη κατανόηση, να πω εδώ ότι οι domingueros είναι οι κυριακάτικοι εκδρομείς (από το domingo που σημαίνει Κυριακή): συνηθίζουν να παίρνουν το αυτοκίνητο και να κινούνται σε μέρη, απόστασης της μίας ώρας περίπου, που έχουν ακούσει από φίλους -επίσης domingueros- ή έχουν καφέ (βλέπε τουριστικού ενδιαφέροντος) πινακίδες στον αυτοκινητόδρομο, τόσο γραφικά χωριά όσο τοπία στη φύση. Δεν είναι και λίγα αυτά τα μέρη και γι’ αυτό τις Κυριακές είναι πάντα γεμάτα. Βγαίνοντας από αυτά τα στενά μονοπάτια, η φύση της Madrid ξεδιπλώνεται μάγικα και πέρα από οδηγούς. Παρολ’ αυτά, σε μία πόλη των 6 εκατομμυριών, είναι αρκετοί και οι αγνοί περιπατητές ή οι συστηματικοί ορειβάτες. Απομόνωση και Κυριακή απαιτεί μάλλον πολλή διάθεση και αυτοσχεδιασμό.

lunes, 18 de octubre de 2010

Bedford Av.

Υποσχέθηκα σιδεροτριχιές και ζωντανές μουσικές, και το σκηνικό δεν θα το αλλάξω αισθητά. Γιατί αυτό το ταξίδι τα είχε σχεδόν όλα, ίσως μόνο να έλειπαν τα φαντασμαγορικά νέον αλλά μάλλον και αυτό ήταν το ζητούμενο.


Διασχίζοντας τον ποταμό που έστεκε στο πλάι σου από την γέφυρα του Williamsburg, καπού λίγο μετά την Alphabet City, έφτανες σε εκείνη την διφορούμενη γειτονιά στα όρια του χασιδισμού (ξέρετε, εκείνοι οι ξυρισμένοι γουλί με τα μπουκλάκια εκατέρωθεν και τις μαύρες μακριές καπαρτίνες που νόμιζες ότι μπήκες καταλάθως στο σενάριο κάποιας γκανγκστερικής ταινίας του ‘20) και της κουλτούρας hipster (εδώ νομίζω δεν χρειάζεται επεξήγηση). Έχεις πατήσει ήδη το πόδι σου στο περιβόητο Brooklyn, πάντα στη σκιά του απέναντι νησιού, αλλά εξίσου -αν όχι περισσότερο- γοητευτικό. 

Και εκεί είναι που θα δοκιμάσεις τα καλύτερα χάμπουργκερ της πόλης, θα αφεθείς στην ρέμπελη βόλτα με το macbook, θα κάνεις brunch με honey&butter muffin και well-done μπριζολάκια γεύσης bbq, θα επιστρέψεις στα 80 μέσα στα δοκιμαστήρια των second-hand ρουχάδικων για να βγεις πιο vintage από ποτέ, θα δοκιμάσεις κινέζικη «σουσαμόμπαλα», θα ξαναγίνεις παιδί με τις μουσικές της Kimya Dawson, θα κοιμηθείς κάτω από δεκάδες σωλήνες και σωληνώσεις στο ανακαινισμένο loft, θα τιμήσεις τον Lennon με ένα δολάριο στο βρακί της ερασιτέχνιδας χορεύτριας (και εν δυνάμει συγκατοίκου σου) σε μία burlesque παράσταση, θα σε φωνάξουν οι χασήδες το Σάββατο να ανάψεις τον φούρνο τους για να ζεστάνουν το φαγητό (Σάββατο δη, ουδεμία εργασία επιτρέπεται...), θα χωθείς σε ένα βουλκανιζατέρ να χορέψεις μέχρι την ανατολή του ήλιου, θα κάνεις πετάλι μέχρι το τρενάκι-φάντασμα στο Coney Island, θα μυρίσεις σκόνη στις γειτονιές, θα τραγουδήσεις όλο το West Side Story συνοδεύοντας στο πιάνο τον χοντρό ξανθό που προφάνως αργότερα ντύνεται γυναίκα και αν δε ρίξεις ένα δολάριο στο πρώτο ψηφιακό jukebox που είδα στη ζωή μου, θα ακούς τα τρένα να περνούνε κάθε δέκα λεπτά...



jueves, 7 de octubre de 2010

Sierra de Francia

‘Ηταν εβδομάδες που περνούσε από το μυαλό μου η διαφυγή σε κάτι λίγο μακρύτερα από τα συνηθισμένα και σε χαμηλότερα υψόμετρα, κυρίως χωρίς μεγάλες κλίσεις και χωρίς πολλά μποφόρ, καθώς το κρύο δε λέει να υποχωρήσει και μάταια περιμένουμε το καλοκαιράκι του San Miguel, κλασικό πλέον στις αρχές Οκτώβρη που όμως φέτος μάς εξαπάτησε. ‘Ετσι έφτασα, διασχίζοντας καστιλιάνικες καστροπολιτείες και χωριά που μυρίζουν σκληρό κεφαλοτύρι και jamón bellota, μέσα σε ένα -καταπράσινο ακόμη- δάσος από βελανιδιές, αριές, κουμαριές, καστανιές και πουρνάρια. Λίγες εβδομάδες αργότερα και όλα θα κιτρίνιζαν, θα κοκκίνιζαν και τέλος θα έμεναν γυμνά, εκτός ίσως από τα λιγοστά πεύκα.

Η διαδρομή, καλούμενη «μονοπάτι του νερού», δεν ήταν μεγάλης διάρκειας, σε χαζολογούσε όμως ευχάριστα με ο,τιδήποτε έβρισκες στο διάβα σου: γλυπτά γνωστών και μη καλλιτεχνών, γρανίτης και σίδερο, φυλλώματα και καρποί, σύμβολα θρύλων και παραδόσεων της περιοχής, πηγές, ρυάκια, ποταμάκια και χείμαρροι, άλλα σχεδόν στεγνά, άλλα ήρεμα και μερικά ορμητικά, άγουρα κάστανα, βελανίδια, μούρα και βατόμουρα, σμέουρα και μπουρνέλες, κράνα, κούμαρα πράσινα και κόκκινα, ακόμη και σταφύλι μοσχάτο και φιρίκια, μέντα, δεντρολίβανο και αγριοματζουράνα, ένα καφενείο ξεχασμένο από το ’50, μέσα στο κοινοτικό γραφείο, είκοσι τριάντα διώροφα σπίτια όλα κι όλα, με πέτρα και ξυλοσανίδες, προστατευμένα με παλιά λαμαρίνα είτε εκτεθειμένα στο βοριά, να σκάνε και να σφυρίζει ο άνεμος, νωπά σημάδια ζωής στο χώμα, μια γοργόνα και μία παλιά φιδοπουκαμίσα, λίθινες βρύσες και ήχος τρεχούμενου νερού, διαρκής ροή, να μην ησυχάζει ποτέ αλλα να σε ηρεμεί...



Και εκεί, ανεβαίνοντας μέχρι τον αυχένα και διασχίζοντας τις πλάγιες εκείνες που έχουν σμιλέψει επικίνδυνα όλο το χειμώνα και μέχρι τον απρίλη οι χιονούρες, μπορείς πλέον να ατενίσεις τον ορίζοντα, όλες τις κορυφογραμμές που διαδέχεται η μία την άλλη, όσο μακρύτερα τόσο το πράσινο γίνεται γκριζομπλέ, για να χαθεί το μάτι σου ανάμεσα στις κοιλάδες μέχρι την Πορτογαλία και τις τεχνητές λίμνες του Τάγου στο πέρασμά του. Εκεί που η γη δίνει τόπο στις κερασιές και με τη σειρά τους στις ελιές. 

 Ανάμεσα σε αυτό το Σάββατο και στο επόμενο υπάρχει μία τεράστια διαφορά, σκέφτηκα, εξίσου θελκτικά και τα δύο χωρίς αμφιβολία, που τα συνδέουν ωστόσο στενά δύο σημεία: το τραγούδι που παίζει, το μεν σε μια μικροσκοπική συσκευή, το δε ζωντανά, και το δέος που προκαλεί το ύψος, το μεν φυσικό και αβίαστο, το δε με σιδερόσκοινα και τσιμεντοκολόνες...

jueves, 16 de septiembre de 2010

Por Culpa De La Lluvia...

Καθώς ερχόμουν για άλλη μία μέρα να σταθώ για οκτώ τουλάχιστον ώρες μπροστά στον υπολογιστή, μάλλον οι χοντρές σταγόνες που έπεφταν ή ακόμη και αυτή η μυρωδιά της βρεγμένης γης, με έκαναν να ανασύρω μία φωτογραφία από το αρχείο –και δεν είναι η μόνη- και να την περάσω σαν φιλμάκι με διαφορετικούς συντελεστές κάθε φορά, κάθε καλοκαίρι που έχω πατήσει το εναλλασσόμενο βότσαλο με ψιλή άμμο αυτής της παραλίας και έχω βουτήξει στα κρύα νερά της. Και δεν είναι λίγα αυτά τα καλοκαίρια, πάνω από είκοσι καρέ μετράω, πάντα όμως με εκείνη της ανατριχιαστική και γαργαλιστική αίσθηση μόλις σε χαϊδεύει η ποσειδωνία.

Κάποτε θυμάμαι ήταν απρόσιτη, αργότερα ανοίχθηκε περισσότερο ο δρόμος, μέχρι να φτάσει σήμερα να μποτιλιαρίζεται. Πλέον δεν είμαι ο μόνος που την επισκέπτεται, ούτε όμως θα σταματήσω να το κάνω. Γιατί υπάρχει και ο Σεπτέμβρης, ακόμη και ο Οκτώβρης, όταν ακόμη χρειάζεται να φτιάξω τον φραπέ μου και να τον φέρω μαζί μου (γιατί θα έχει χειμωνιάσει για το όχι και τόσο άρτι αφιχθέν μπιτσόμπαρο), όπως τότε που πρωτοάρχισα να καπνίζω, και το κολύμπι μέχρι το απέναντι νησάκι είναι το ίδιο απολαυστικό, τα νερά το ίδιο ήρεμα, έτσι και πότε την βλέπεις κανονικά και πότε σαν αρνητικό, τώρα βλέπεις και καλύτερα τον ήλιο να δύει μέσα στο απέραντο από εκείνο το άδειο παρατηρητήριο του ναυαγοσώστη, δεν χρειάζεται να τρυπούν τα πουρναρόφυλλα τα γυμνά σου πόδια και να επιμένεις κάθε φορά να βρεθείς από την πίσω πλευρά, να ακούσεις καλύτερα τη θάλασσα που σκάει στο φυσικό κυματοθραύστη.

Θυμάμαι μπορούσα να περάσω όλη την ημέρα εκεί, πλέον μεγαλώνοντας την προτιμώ νωρίς το πρωί ή αργά το βράδυ, όταν ο κόσμος μοιάζει να γυρίζει από κάποιο προσκύνημα και σιγά σιγά να με αφήνει πιο γαλήνιο από ότι όταν έφτασα. Μόλις κλείσει και η τελευταία ομπρέλα και πριν ανοίξει η πρώτη. ‘Οσο για να προλάβουν να μου σερβίρουν ένα καφέ, το πόσο γρήγορα θα τον τελειώσω είναι άλλο θέμα. Όπως και σήμερα που τελικά και για ακόμη μία φορά δεν έφτασα στην ώρα μου. Η βροχή θα φταίει, σκέφτηκα, και έδιωξα έτσι ίσως μία υποψία νοσταλγίας από τα καλοκαιρινά καρέ.

martes, 7 de septiembre de 2010

Mi Barrio


Κάθε φορά η επιστροφή στην πόλη είναι κάπως νοσταλγική, και δεν ξέρω γιατί αλλά πάντα τυχαίνει να είναι Κυριακή ή σαν Κυριακή, επανέρχεσαι στην καθημερινότητα με απλά και βαριεστημένα βήματα αφού πρώτα περάσεις από το μανάβη, τον κρεοπώλη, τον μπακάλη, το φούρνο, ακόμη και το περίπτερο για την κυριακάτικη που έχει ξεμείνει. Και είναι σαν να μην έχει περάσει καμία μέρα από τότε που την εγκατέλειψες παροδικά, ίσως μόνο λίγο περισσότερο σκονισμένα από την άπνοια και τις αραιές χωμάτινες σταγόνες της ερήμου. Όμως είναι τα ίδια πρόσωπα, ο ίδιος καφές στα φλυτζανάκια, η ίδια γεύση στα tapas, οι ίδιες διαδρομές, ίδιες κοφτές ματιές στους περαστικούς, ακόμη και οι ίδιοι χρόνοι.

Προχθές απέμεινα να χαζεύω ένα κλασικό τύπο, αν και πρώτη φορά τον έβλεπα, ήταν σαν να βρίσκεται σε εκείνο το τραπεζάκι χρόνια τώρα, απ’ όταν πρωτοπάτησα το πόδι μου στη γειτονιά: να διαβάζει ένα λογοτεχνικό στο πλάι, σταυροπόδι, με converse ασορτί με το second-hand tee, διάθεση αγουροξυπνημένου, στιλιστικά άνεργος ή οιονεί freelance, και κάθε που τελείωνε μια παράγραφο, να ρίχνει δυο βλέφαρα στο κόσμο που κάθεται και στον κόσμο που περνάει πίνοντας μια γουλιά απ’ το vermut του. Αρκετές φορές έχω αναρωτηθεί πότε θα πάρει το ποδήλατό του να πάει λίγο παραπέρα, εκεί που κάνουν picnic οι εκουατοριάνοι, εκεί που βάζουν στη διαπασών reggaeton οι βενεζουελάνοι, στα πάρκα που σκαλίζουν τα πόδια τους οι πακιστανοί και στις λεωφόρους που σου βρίσκουν parking οι βούλγαροι. Εκεί δεν τον έχω δει ποτέ μου, παρόλο που είναι όλοι δίπλα μας. Και αν παραδόξως τον πετύχω, σίγουρα θα είναι απλά και μόνο γιατί γυρίζει μία μικρού μήκους που θα παρουσιάσει αργότερα σε ένα cafe-bar-galería-sexshop με καλεσμένους όλους τους φίλους του facebook…

lunes, 2 de agosto de 2010

Riera



Μέσα σε μία πόλη που κάθε μεσημέρι βράζει και κάθε βράδυ ξαναπαίρνει ζωή, που κάθε Κυριακή γυρίζει με μία βαλίτσα από τις παραλίες της Μεσογείου, που μυρίζει λάδι καρύδας κάθε Δευτέρα πρωί αλλά καθόλου αρμύρα, που κάθε μέρα που περνάει κινείται με όλο και πιο αργούς ρυθμούς, κάπως έτσι λοιπόν γεννήθηκε αυτή η συλλογή, μάλλον μέσα από μια ανάγκη να αντιδράσεις όσο εξαντλημένος κι αν αισθάνεσαι από τον ανελέητο ήλιο, για να συνοδεύσει μία διαδρομή κάτι λιγότερο από μιάμιση ώρα για να φτάσεις μέχρι εκείνον τον κρυμμένο χείμαρρο που οι βροχοπτώσεις φέτος του επέτρεψαν να γεμίσει τους καλοσχηματισμένους βράχους του για να βουτήξεις όπως τα βατράχια δίπλα σου αλλά ευτυχώς να παραμείνει μακριά από τις ορδές των κυριακάτικων εκδρομέων ώστε να απομονωθείς όσο χρειάζεται. Δεν πρόκειται επομένως για ένα δροσερό καλοκαιρινό soundtrack όσο μάλλον για μία μουσική συνοδεία σε μια σύντομη φυγή. Ελπίζω να το απολαύσετε όπως εγώ.
Θα το βρείτε εδώ.


martes, 6 de julio de 2010

Vida reservada

Πίνω ένα ξυνισμένο καφέ περιμένοντας πότε θα έρθει η μέρα που δεν θα αναγκάζομαι να έρχομαι τα απογεύματα στο γραφείο. Δεν φαντάζομαι ακόμη πώς θα εκμεταλλευτώ εκείνον τον ελεύθερο χρόνο.
Μπαίνω σε σελίδες ταξιδιωτικών γραφείων και αεροπορικές μήπως βρω κάτι ενδιαφέρον αλλά ξέρω ότι στο τέλος θα βρω μία μέτρια δικαιολογία για να το ακυρώσω και θα κλείσω αμέσως τον πλοηγό για να μην προλάβω να νιώσω τύψεις για την πλήξη μου.
Φοράω το πουκάμισο ασιδέρωτο, σχεδόν σαν σακί πέφτει πάνω μου, και μετράω τις ώρες που το συννεφόκαμα θα ξεσπάσει για να στάξει πάνω από τις στέγες και να δροσίσει το σπίτι.
Δεν κοιτάζω κανέναν από αυτούς που μου μιλάνε περνώντας από το διάδρομο, δεν έχω όρεξη και προσποιούμαι ότι πιάστηκε ο λαιμός μου με όλα αυτά τα air condition. Έπειτα συνεχίζω την προσήλωση στην οθόνη.
Κατεβάζω τον τελευταίο δίσκο των Lullatone και χαζεύω πότε στο παράθυρο τα περιστέρια και πότε πίσω από τις κουρτίνες του απέναντι διαμερίσματος, το ίδιο κλεισμένοι όπως εμείς, ίσως και χειρότερα.
Ακούω κάποια τηλέφωνα να χτυπούνε, σχηματίζω με το μυαλό μου έναν άλλον αριθμό και φέρνω την εικονική κλήση σε καρέ μπροστά στα μάτια μου, σαν σε βωβό βιντεάκι που πέφτουν οι καρτέλες με το διάλογο μέσα σε εισαγωγικά.
Ακούω τα βήματα μέσα και κάτω από το χιόνι, εκείνο που μας σκεπάζει χειμώνα καλοκαίρι και μερικές φορές μας κρύβει ενώ άλλες μας ζεσταίνει, για να φυτρώσουμε κάποια στιγμή ως την επιφάνεια, μέχρι να πέσει το καινούριο και να μας ξανακρύψει, να μας ξανακουκουλώσει και ξανά και ξανά...