martes, 13 de octubre de 2009

Rodchenko y Popova


Και να που μετά από αρκετό καιρό επιστρέφω να συμπληρώσω σελίδες σε αυτό το blog και να το γεμίσω με μισομίζερες φωτογραφίες και αρκετές ανούσιες λέξεις. Κι αυτό γιατί σήμερα, εκτός από την «μπαλάντα του κοριτσιού και του πουλιού» σχεδόν τίποτε παραπάνω δεν φτάνει στα αυτιά μου. Δεν δουλεύει και ο κεντρικός server. Ίσως να φταίει και η επιστροφή από το falso puente που κάνει την ημέρα αρκετά ήσυχη και υποτονική. Αν και ξημέρωσε όμορφα, με ψύχρα και κάποια υγρασία.

Και σας να περίμεναν όλοι να περάσει αυτή η Δευτέρα, ξεφύτρωσαν οι πρεμιέρες σε θέατρα και σάλες, τα εγκαίνια σε εκθέσεις και μουσεία, οι προσκλήσεις σε gala και οι πόζες στα fotocol. Οπως και στην Αθήνα, αν δεν απατώμαι, ακριβώς μόλις έκλεισαν τα παλιομοδίτικα πολιτικά περίπτερα και ξεψύχησαν τα ηχεία των μεγαβάτ στο Σύνταγμα. Δεν θα σταθώ στην -καθώς φαίνεται αξιόλογη- νέα ταινία του Amenábar, ούτε στην τελευταία έντονη κινητικότητα στο χώρο του σύγχρονου χορού, αλλά σε μία έκθεση που εγκαινιάζεται σε μία εβδομάδα στο γνωστό Reina Sofía, αφιερωμένη στους ρώσους construccionistas, ή μάλλον στα παρασκήνια αυτής.

‘Εργα για αυτή την έκθεση καταφθάνουν από παντού, είτε με τη συνοδεία ανθρώπων των μουσειών είτε με τις γνωστές υπερασφαλείς μεταφορικές. Και κυρίως από την Tate Modern του Λονδίνου. Αλλά δεν είναι η μόνη. Με αρκετά αξιόλογα θέματα συμμετέχει και το Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης της Θεσσαλονίκης. Και με τι αγωνία ανοίγεις την κάθε κούτα και το κάθε κιβώτιο για να δεις ποιον θασαυρό κρύβουν: με τον κατάλογο στο χέρι, τους κωδικούς, αντιστοιχίες, έλεγχοι, διπλοέλεγχοι... οργανώνεται σιγά σιγά η έκθεση για να είναι όλα τέλεια την ημέρα που αχόρταγα θα την τρώνε τα μάτια αρχικά των frikis και μετά των υπολοίπων επισκεπτών, αδιάφορων, περαστικών ή τουριστών.

Εδώ ανοίγει η παρένθεση της αιχμής, καθώς ο κατάλογος του ΜΣΤΘ είναι μάλλον ο μόνος που δε συνοδεύειται με τις αντίστοιχες φωτογραφίες, δίχως κωδικούς, με λειψές περιγραφές. Κάτι που δεν προσδίδει αναγκαστικά πλημμελή εργασία, αλλά σίγουρα ατελή, μη ακριβή, καμιά φορά βαριεστημένη. Και σίγουρα υποβάλλει σε ένα διπλό φόρτο τους ανθρώπους της οργάνωσης.

‘Οπως και να ‘χει, όλα θα είναι έτοιμα στις 21 του μηνός. Και για τρεις μήνες. Για όποιον ενδιαφέρεται να κάνει μία βόλτα, τόσο συμβατική όσο εικονική, εδώ θα βρεί περισσότερα.
http://www.museoreinasofia.es/exposiciones/2009/rodchenko-popova_en.html

martes, 28 de julio de 2009

Pisci vs Catamarán


Το καλοκαίρι στη Madrid συνήθως χαρακτηρίζεται από αρκετή ζέστη, θερμοκρασίες που ξεπερνούν τους 33-34 βαθμούς την ημέρα, γενικά ξηρές ημερές και σπανιώς υγρές (που είναι και πιο ανυπόφορες). Μέσα σε αυτούς τους τρεις μήνες καμίνι αναδεικνύεται ένα άλλο πρόσωπο των κατοίκων τους: εξαφανίζονται οι συνήθεις ύποπτοι και εμφανίζονται νέες φιγούρες επί σκηνής.

Οι πρώτοι γιατί τις καθημερινές (πλέον σχεδόν όλοι έχουμε ξεκινήσει jornada intensiva και έχουμε άφθονο ελεύθερο χρόνο τα απογεύματα) αποσύρονται στις ιδιωτικές πισίνες που κάθε urbanización διαθέτει για τους ενοίκους και τους φίλους τους, ενώ από την Παρασκευή το μεσημέρι φεύγουν για τις μαδριλένικες «αποικίες», κατα βάση στις μεσογειακές ακτές και λιγότερο στις παραλίες του ατλαντικού με τα κρύα νερά και τις απότομες αλλαγές του καιρού. Υπάρχουν και οι ευκαιρίες για Ibiza και Mallorca, κανένα party έκπληξη σε κάποια ημιδιάσημη βίλα, σε κάποιο catamarán, πάντα τα νέα κυκλοφορούν εντός εβδομάδος από στόμα σε στόμα και πάντα κάτι θα προκύψει, κάποιος θα σε καλέσει, κάπως θα κολλήσεις κι εσύ.

Οι δεύτερη κατηγορία είναι αυτή που περνάει όλη την ημέρα και όλη την εβδομάδα στην δημοτική πισίνα, μαζεύει άφθονο ήλιο, δροσίζεται με εκείνο το ψεκαστήρι νερού και αν είναι πάνω απο 30 ετών σπανίως βουτάει απαρτίζεται από διάφορες «αστικές φυλές», και γι’ αυτό την κάνει αρκετά ετερόκλιτη: άνθρωποι μόνοι ή μοναχικοί που συνήθως το χειμώνα κρύβονται πίσω από κουρτίνες και παντζούρια (πώς γράφεται αυτο;), πενηντάρες ζωντοχήρες με λάδι και χρυσόσκονη και αδιάβροχη μάσκαρα (πάντα topless), περουβιανές πολυπληθείς οικογένειες με όλα τα σύνεργα του πικ νικ, εικοσάρηδες με κασετόφωνο να παίζει ραπ και μαγιό που καλύπτει το μισό κώλο αλλα φτάνει μέχρι τον αστράγαλο, ζαβούς, αλλά πολλούς ζαβούς, δηλαδή, δεν είναι απίθανο να δείτε κάποιον σαραντάρη να τσαλαβουτάει στην παιδική πισίνα ή να σκάει στο νερό στυλ «βόμπα» και να το καταδιασκεδάζει, κάποιον να περπατάει πάνω κάτω και γύρω σου (!) για μισή ώρα, να παίζεις φυσοκαλαμάκια αλλά να είσαι 35 πλέον, να χαζεύεις την επίδοξη beyoncé να σου κάνει χορευτικά τερτίπια....

Μα καλά –αναρωτιέμαι- πού κρυβόταν όλος αυτός ο κόσμος τόσους μήνες και τόσο καλά;;; Γιατί μέχρι αυτό το σημείο είχα αρκετούς ενδοιασμούς σχετικά με τη fiesta στο catamarán (τόσες ώρες δρόμος, πολύ glamour, τόσα έξοδα, στήσιμο, φωτογραφίες κτλ κτλ) αλλά μία μέρα στη δημοτική πισίνα ήταν αρκετή για να μου τους διαλύσει χωρίς αμφοβολία...όχι ότι στο catamarán δεν έχει ζαβούς, απλά τουλάχιστον είναι πιο κομψοί και πιο σικάτοι.

Και μέσα σε όλα αυτά, ευτυχώς πλησιάζουν και οι μέρες για να φύγω κι εγώ καποιες περισσότερες μέρες, όπως οι περισσότεροι σιγά σιγά, ήδη η πόλη αριθμεί ένα εκατομμύριο λιγότερους κατοίκους και αυτό φαίνεται κάθε λέπτο που τη διασχίζεις.

viernes, 17 de julio de 2009

Pirineos Sur


Κάπου κρυμμένο ανάμεσα σε βουνοκορφές και δάση, στην κοιλάδα Tena, ακριβώς στη μέση της οροσειράς των Πυρηναίων, εκεί που η καστιλιάνικη γλώσσα εισέβαλε μεταξύ της καταλανικής και της βασκικής, ακούμπησε τη γαλλική και εξελίχθηκε στη διάλεκτο fabla, βρίσκεται ένα μικρό ημι-ερειπωμένο χωριό, ονόματι Lanuza (=Λανούθα), που προσπαθεί να αναγεννηθεί, τουλάχιστον το καλοκαίρι. Ο κόσμος του αναγκάστηκε να το εγκαταλείψει λόγω της τεχνητής λίμνης που δημιουργήθηκε ακριβώς δίπλα και εν μέρει το κάλυψε, εκεί που περνούσε ο ποταμός Gállego (=Γκάγιεγο) ωστόσο αποφάσισε σιγά σιγά να του δώσει ζωή (καθώς υποχωρούν και τα νερά με τα χρόνια). Και οι 36 μόνιμοι κάτοικοί του εκεί ακριβώς, μέσα στο χωριό αλλά και δίπλα από τα τελευταία σπίτια, στήνουν κάθε Ιούλιο ένα όμορφο «πανηγύρι».

Πετούν μία πλωτή σκηνή μέσα στη λίμνη, όπου δίνονται οι συναυλίες, γεμάτες χρώματα και μουσικές ταξιδιάρικες, το κοινό στέκεται στα επικλινή ακριβώς απέναντι, μέσα στο υγρό πράσινο, άλλοτε πηγαίνουν μέχρι τα αντίσκηνά τους, στα έξω του χωριού για έναν υπνόσακο, γιατί έχει αρχίσει να πέφτει αρκετή ψύχρα, και μέχρι να ζεσταθεί η ατμόσφαιρα, αργά το βράδυ, όπου dj παίζουν ένα συνοθύλευμα από νότες που μοιάζει με κουρελού με τη συνοδεία ποτών και γεύσεων από όλον τον κόσμο.

Ωστόσο, η γιορτή δεν αρχίζει και τελειώνει το βράδυ. Μέσω το παραλίμνιου δρόμου και μιας «ρομαντικής» διαδρομής φτάνεις στο διπλανό κεφαλοχώρι, Sallent de Gállego (=Σαγιέντ Ντε Γκάγιεγο). Εκεί όντως έχουν μπερδευτεί πολλές κουλτούρες. Γεύσεις, εργαστήρια, χοροί, αρώματα, χρώματα, διαδρομές, φωτογραφίες, έθιμα, και το κυριότερο, όλες οι φυλές της γης μαζεμένες σε ένα μικρό χωριό, με τον ήχο απο τα κρύα νερά, όπως έρχονται απο τις πηγές και τα χιόνια της άνοιξης, και το θρόισμα που κατεβαίνει απο τις κορυφές των Πυρηναίων.
Το ξέρω, το χειρότερο είναι η πρόσβαση σε αυτά τα μέρη. Αλλά μόλις φτάσεις, δε θα θελήσεις να φύγεις. Σας παραθέτω και τον ιστότοπο, http://www.pirineos-sur.es/, θα βρείτε πληροφορίες για τα πάντα. Ένα φεστιβάλ από αυτά που σε εκπλήσσουν.

lunes, 13 de julio de 2009

Veraniego


Σήμερα άλλαζουμε σελίδα, μπήκαμε στο καλοκαίρι, τα αυτοκίνητα λιγοστεύουν στους δρόμους, διασχίζεις πιο άδειες πλατείες, το απογεύμα αφιερώνεται στη siesta γιατί δεν υπάρχει αρκετός αέρας να ανασάνεις, τα air condition παίρνουν φωτιά, περπατάς ξυπόλυτος, δροσίζεσαι με horchata και σκέφτεσαι μια παραλία στο Alicante, στέκεσαι δίπλα σε κάθε συντριβάνι, ξαπλώνεις στο πάρκο, κρύβεσαι απ’ τον ήλιο, ξεμυτίζεις με το φεγγάρι, μετράς τους λιγοστούς ανθρώπους, μετράς τα αστέρια, αναρωτιέσαι τι κάνεις εσύ εδώ κι έπειτα ξυπνάς ιδρωμένος, για να σε αποτελειώσει ένα παγωμένο ντους και να δεις τον ήλιο να έχει ήδη κάνει τον κύκλο του και να σε χτυπάει ανελέητα με τις ακτίνες του (ή μάλλον αχτίνες για τους αθηναίους). Καλημέρα.

jueves, 9 de julio de 2009

Cuotidianos


Είναι και αρκετές οι απορίες μου σε αυτόν τον τόπο σχετικά με τον τρόπο ζωής τους, με το πώς αντιλαμβάνονται τα όρια, μέχρι πού μπορεί κανείς να φτάσει, να υπερβεί εαυτόν ή να συμμαζευτεί. Και αυτό με αφορμή γραφειοκρατικές καθυστερήσεις, θυμούς, τραγελαφικές καταστάσεις ελληνικού τύπου και όλα τα παρελκόμενα. Ιδιαίτερη εντύπωση που κάνουν μικρές καθημερινές συνήθειες, αρκετά αντικρουόμενες μεταξύ τους. Και για να δώσω κάποια παραδείγματα, έτσι, επειδή σήμερα πάλι τις σκεφτόμουν και τις ανέλυα:


Στο μέτρο όλοι τρέχουμε για να προλάβουμε (τί;) –παρά το γεγονός ότι κάθε τρίλεπτο περνάει συρμός- ωστόσο στο super market έχουμε όλοι την άνεση να σταθούμε με το καρότσι μας τουλάχιστον 10 λεπτά μπροστά από κάθε ράφι για να διαλέξουμε τί θα έχουμε στο ψυγείο μας, κι αυτό χωρίς να μας αφορά ποσους πελάτες ενοχλούμε και πόσους δεν αφήνουμε να περάσουν το διάδρομο: «διαλέγω jamón, δεν βλέπεις; τι βιάζεσαι;»


‘Οταν οδηγούμε είναι απαγορευτικό να μιλάμε στο κινητό μας, όταν όμως πεζή μας πιάσει η πάρλα, πρέπει να το αντιληφθούνε όλοι οι υπόλοιποι: να σταματήσω την κίνηση για να διασχίσω το δρόμο, να φωνάζω και να γελάω δυνατά, να ρίχνω ματιές σε όσους περνούνε για να δω αν με έχουν δει που είμαι τόσες ώρες στο κινητό, ενίοτε να σκοντάψω σε περαστικούς, αφηρημένος: «ναι, ναι, έχω πολλούς και καλούς φίλους που με παίρνουν τηλέφωνο και τα λέμε και γελάμε και περνάμε όμορφα, το βλέπετε όλοι, ε;». Και όλα αυτά αφού έχω παρατήσει την παρέα μου στο τραπεζάκι καμια ωρίτσα και είναι έτοιμοι να την κάνουν.


Διαβάζουμε χωρίς να δουλεύουμε και να κουραζόμαστε, δηλαδή προετοιμαζόμαστε με ιώβια υπομονή και αποκλειστική αφοσίωση για τις προκηρύξεις του ΑΣΕΠ, για τη δείνα θέση, για όταν και αν προκηρυχθεί, κι αυτό ετσι κι αλλιώς από μόνο του αποτελεί προσόν για το βιογραφικό μας. Αν τυχόν πετύχουμε, μετά από αρκετά χρόνια γινόμαστε οι γνωστοί δημόσιοι υπάλληλοι αναλόγου ύφους και ευφυίας (που δεν αποτελεί μόνο ισπανικό προνόμιο), αν όχι, και στα 33 μας, κάποια εταιρία από αυτές τύπου consulting θα βρέθει να μας προσλάβει μετά από τόόόόόόσα χρόνια μελέτης, για να ξεκινήσω και από κάπου την καριέρα μου.


Μετά απο αφόρητη ζέστη, μπαίνεις σε ένα μπαράκι, χαιρετάς τη μπάρα πολύ φιλικά και σου ανταποδίδουν, βολεύεσαι σε ένα τραπεζάκι και, αν δεν ξέρεις, υποψιάζεσαι ότι μάλλον μόνο καλησπέρες ανταλλάσσουν στο συγκεκριμένο χώρο. Αναγκαστικά, σηκώνεσαι να παραγγείλεις στη μπάρα, εκείνη τη στιγμή βλέπεις ότι ο camarero μόλις θυμήθηκε να καθαρίσει τον πάγκο επειδή έχει λίγα τρίματα, διαπιστώνει ότι το wettex είναι βρώμικο, ψάχνει να το αλλάξει, βλέπει οτι στο ψυγείο δίπλα απο το ράφι με τα καθαριστικά δεν έχει αρκετές παγωμένες μπίρες, πάει να φέρει να το γεμίσει, στην επιστροφή ζητάς, φωνάζοντας για να τραβήξεις την προσοχή, να σου βάλει δύο βαρελίσιες «όποτε μπορέσει» (αυτές οι ευγένειες μάς φάγανε τελικά) γιατί έχω ήδη ένα πεντάλεπτο εκεί που περιμένω, φαίνεται να μην με άκουσε, καταφτάνει το αίσθημα δίπλα μου, αρχίζουν τη συζήτηση για το ποιος ήπιε περισσότερο χθες βράδυ, και πώς πήγε σήμερα το μάθημα, «-συγγνώμη, με ακούσατε που παρήγγειλα; -ναι, τι μου είπατε;», βγάζει δυο ποτήρια, συνεχίζει την κουβέντα με το αίσθημα αλλά δυστυχώς καταφθάνει η νέα camarera που δεν ξέρει ακόμη πολύ καλά πώς να χτυπήσει στην ταμειακή, της εξηγεί με ακρίβεια και με κάθε λεπτομέρεια, απομένει μόνο να τις εξηγήσει πώς δουλεύουν οι μικροκρύσταλλοι στην οθόνη, έχω αρχίσει να διψάω υπερβολικά, πάει να ανοίξει την κάνουλα και ...joder! έχει απομείνει μόνο ο αφρός στο βαρέλι και πρέπει να το αλλάξει...έχω φτάσει στα όρια μου: πηδάω από μέσα, βάζω ένα ποτήρι νερό, με κοιτάζει κάπως ενοχλημένος, παίρνω το σακίδιό μου και όπως και όταν μπήκα, με χαμόγελο, μοιράζω την καλησπέρα μου «...τα λέμε, φίλε, ευχαριστώ». Και το καλύτερο είναι ότι πάλι καλά που δε με σέρβιρε αυτός γιατί έπειτα θα του χρωστούσα και χάρη.

lunes, 29 de junio de 2009

Tinto de Verano


‘Επειτα από αρκετές μέρες απουσίας στα σμαραγδένια νερά του Ιονίου (κάπου είδα και μία διαφήμιση του υπουργείου «η Καραϊβική στα πόδια σας» ή κάτι τέτοιο) επανέρχομαι σε αυτό το μπερδεμένο bochorno (αντάρα το λένε στο χωριό μου) σε κάθε πρωινό βήμα σε αυτή την πόλη που αργότερα μετατρέπεται σε ύπουλη υγρασία που κολλάει πάνω σου και σε κάνει να ιδρώνεις ακόμη και στον κατήφορο. Είναι κι αυτός ένας λόγος που η πόλη αρχίζει να κινείται μετά τις 9 το βράδυ, μόλις ακριβώς έχει πέσει ο ήλιος και ξεμυτίζουν σαν μηρμύγκια στην πρώτη terraza που θα συναντήσουν, στη γειτονιά, σε μια γωνία, σε μια πλατεία, δίπλα από το δρόμο, πάνω στο δρόμο, σε μια ταράτσα... όχι μόνο για τη δροσιά που πέφτει τη νύχτα, αλλά κυριώς για τη δροσιά που προσφέρουν οι μπίρες και τα tintos de verano.

Και είναι αλήθεια πως το όνομα του ταιριάζει απόλυτα και δεν υπάρχει καλύτερη εποχή για να το γευτείς...(Κρασί) κόκκινο του καλοκαιριού: είτε με λεμονάδα είτε με γκαζόζα, πάντα με άφθονο πάγο και καλαμάκι, παίρνει ένα χρώμα ημιδιάφανο πορφυρό ή πιο βυσσινί, και πάντα με τον ηχητικά παιχνίδια που κάνει ο πάγος όταν χτυπάει στο γυαλί. Και τότε είναι που καταλαβαίνεις τι σημαίνει καλοκαίρι για τους Madrileños, τουλάχιστον για αυτούς που έχουν ξεμείνει το σαββατοκύριακο στην πόλη, γιατί φαίνεται πως η Torrevieja και οι Matas –αν και τουλάχιστον 4 ώρες μακριά, εκεί στη Μεσόγειο- αποτελούν ένα must για όλους, έναν προορισμό που όλοι όσοι σέβονται την madrileña καταγωγή τους πρέπει να βρεθούν, σαν να πρόκειται για γειτονιά του κέντρου, δυό στάσεις με το μετρό. Και επιβάλλεται να πας μόλις σε καλέσουν οι φίλοι σου στο σπίτι τους (στη σπάνια περίπτωση που δε διαθέτεις εσύ ή η οικογένεια σου) γιατί είναι όντως «el plan más guay» που θα συμβεί το ερχόμενο σαββατοκυριάκο. Παντώς κι εκεί, ο οργανισμός σου tinto de verano θα ζητήσει, απλά θα ξεπεράσει τα όρια του και θα κάνει κεφάλι...

miércoles, 3 de junio de 2009

Μιά 'Αλλη Ματιά Γύρω Μας


Είναι σχετικά δύσκολο να φτάσει κανείς στη δουλειά του χωρίς να σκεφτεί τί πρέπει να οργανώσει, τί του έχει λάχει να κάνει και τί εκκρεμότητα απέμεινε από την προηγούμενη. Αυτό γίνεται ακόμη δυσκολότερο, όταν ακολουθείς την ίδια διαδρομή, βλέπεις τις ίδιες παραστάσεις, περνάς απο τα ίδια στενά, βλέπεις τους ίδιους ανθρώπους να πηγαίνουν στις δικές τους δουλειές, οι περισσότεροι είμαστε στην ώρα μας.


Πόσο ξαφνικά αλλάζουν όλα όμως μόλις αργήσεις δέκα λεπτά, ή σαν προχθές, που αντί να διασχισω την πλατεία από την αριστερή πλευρά, οπως το συνηθίζω, πέρασα απότο δεξί πεζοδρόμιο, την έκοψα στη μέση, μέχρι του στάθηκα να δω το συντριβάνι στο κέντρο, πρώτη φορά μετά από τοσο καιρό. Και αφαιρέθηκα προς στιγμήν, ξέχασα που πήγαινα και πόσα είχα να κανω, και ακουγα στην άκρη των ακουστικών το νερό να τρέχει μπερδεμένο με την γραφομηχανή των Balmorhea παρά με το πιάνο τους, διαπίστωσα οτι μέχρι και ο κηπουρός που καθαρίζει την πλατεία καθε πρωι, ακούει κι αυτός κάτι δικό του –που δε μπορεί να φτάσει στα δικά μου αυτιά- αλλά είναι κι αυτό μπερδεμένο με τον ήχο των πεσμένων φύλλων που σέρνονται στην σκουπα του.


Και όσο προχωράω, βλέπω ανθισμένες γλάστρες στα μικροσκοπικά μπαλκόνια των παλιών κτιρίων, γλάστρες που δεν υπήρχαν πριν δύο μήνες, και πολύχρωμους παιδικούς μύλους να γυρίζουν, και το καλλίγραμμο πόδι μιας κούκλας βιτρίνας, αλλοτε γυμνό και άλλοτε να προβάλει προκλητικά και να κοιτάζει με στεγνό βλέμμα, βλέπω και μερικές μπορντούρες στα παράθυρα, και τις ξύλινες πόρτες γυαλισμένες με κερί -για να μην φθαρούν- που μυρίζει ρετσίνι, το ίδιο και οι θυρεοί, χρόνια σκαλισμένοι δίπλα απο τα κουδόυνια...ανώνυμα αυτά, primero B, bajo izquierda, 3º interior 4, 5º centro…χωρίς ονόματα αλλά με ζωή, σίγουρα έχουν ζωή, γιατί σήμερα η μέρα μυρίζει ζωντάνια μόνο από την πρωινή αύρα...γι’ αυτό κι εγώ, ζωντανός, βιάζομαι τώρα για τη δουλειά, πάλι θα αργήσω...και ακόμη δεν έχω σκεφτεί τί πρεπει να κάνω